Η τύχη του Καλογεννημένου. 

(Τρίπολη Αρκαδίας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το Φιδόδεντρο")

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια μάνα που 'χε ένα γιο άμυαλο και άτυχο. Κάθε μέρα έπαιρνε το γιο της, που οι άλλοι τον φώναζαν κοροϊδευτικά Καλογεννημένο, κι επήγαιναν να ζητιανέψουν για να ζήσουν. Μια μέρα έφτασαν έξω από μια σπηλιά και κάθησαν να ξαποστάσουν. Μέσα στη σπηλιά εκείνη πήγαιναν και μέτραγαν τα λεπτά τους οι ληστές. Τα έβαζαν κατόπιν μέσα σε σακιά κι είχαν να τους τα φυλάει ένα πελώριο φίδι. Ο Καλογεννημένος λοιπόν κάθησε με τη μητέρα του έξω από τη σπηλιά και σε μια στιγμή έβγαλε τη φλογέρα του και άρχισε να παίζει. Όταν άκουσε το τραγούδι, το φίδι άρχισε να χορεύει χαρούμενο. Κάλεσε έπειτα τον Καλογεννημένο μέσα και του είπε: "Για τη χαρά που μου 'δωσες με το τραγούδι σου, θα σου δώσω μια χούφτα φλουριά, θέλω όμως να έρχεσαι κάθε μεσημέρι την ίδια ώρα και να μου τραγουδάς κι εγώ θα σου δίνω από μια χούφτα φλουριά τη φορά. Αν δεν έρθεις, εγώ θα πεθάνω, αλλά εσύ θα με πάρεις έτσι πεθαμένο και θα με φυτέψεις στο περιβόλι σου. Εγώ θα γίνω τότε ένα πανύψηλο δέντρο που κανείς δεν θα ξέρει το όνομα μου. Εσύ θα βάζεις στοίχημα με διάφορους εμπόρους για να βρουν το όνομα μου. Αυτοί θα χάνουν το στοίχημα και τότε εσύ θα τους παίρνεις το εμπόρευμα και θα πλουταίνεις". Πήγαινε λοιπόν ο Καλογεννημένος κι έπαιζε φλογέρα κάθε μεσημέρι την ίδια ώρα κι έπαιρνε από το φίδι τα φλουριά.
Μα ήρθε καιρός που παντρεύτηκε και τότε ξέχασε με τη φασαρία του γάμου να πάει στο φίδι. Την ώρα που γινόταν το τραπέζι το θυμήθηκε. Πήρε τη φλογέρα του κι έφυγε για τη σπηλιά. Όταν έφθασε εκεί, βρήκε το φίδι νεκρό. Το πήρε λοιπόν τότε μαζί του και το φύτεψε στον κήπο του. Σε τρία χρόνια φύτρωσε ένα ωραίο δέντρο, που διαρκώς ψήλωνε, μα κανείς δε γνώριζε το όνομα του. Κάποια μέρα, πέρασε από κει ένας Εβραίος έμπορος. Είδε το ωραίο δέντρο, το ζήλεψε και ζήτησε να μάθει το όνομα του από τον Καλογεννημένο. Ο Καλογεννημένος τότε του είπε: "Προσπάθησε να βρεις μόνος σου το όνομα. Αν το βρεις, θα χάσω το σπίτι μου, αν όχι θα χάσεις το εμπόρευμα σου". Ο έμπορος δεν μπόρεσε να βρει το όνομα του δέντρου κι έτσι έχασε το εμπόρευμα του. Έμεινε έτσι πάμφτωχος ο έμπορος με μόνο θησαυρό έναν ωραιότατο χρυσό σταυρό, που τον έκρυψε μέσα στην τσέπη του. Ήθελε με κάθε τρόπο να ξαναρχίσει το εμπόριο. Πήρε λοιπόν το σταυρό και πήγε στη γυναίκα του Καλογεννημένου και της είπε: «Αν κατορθώσεις και με βάλεις κάτω από το κρεβάτι σας τη νύχτα, ο σταυρός θα είναι δικός σου. Εγώ θα είμαι κάτω απ' το κρεβάτι κι εσύ θα κατορθώσεις σιγά-σιγά τον άντρα σου να σου πει δυνατά το όνομα του δέντρου, που έχετε στον κήπο σας». Η γυναίκα του Καλογεννημένου θαμπώθηκε από το χρυσαφικό και δέχτηκε τη συμφωνία.
Τη νύχτα ύστερα από πολλά παρακάλια, κατόρθωσε να αναγκάσει τον άντρα της να της πει το όνομα του δέντρου που το λέγανε φιδόδεντρο. Μόλις το άκουσε ο έμπορος, έφυγε από την πόρτα που είχε αφήσει ανοιχτή η γυναίκα του Καλογεννημένου και, την άλλη μέρα, παρουσιάστηκε μπροστά του και του ζήτησε να βάλουν ξανά στοίχημα και, αν δεν έβρισκε το όνομα, τώρα θα έχανε και τη ζωή του. Ο Καλογεννημένος δέχτηκε το στοίχημα, γιατί πίστευε πως δε θα μπορούσε να το βρει. Μα ο έμπορος του είπε το όνομα κι έτσι έχασε το στοίχημα, έχασε και την περιουσία του.
Απένταρος τώρα, άρχισε ξανά να ζητιανεύει μαζί με τη μητέρα του. Κάποια μέρα έφτασε ξανά στη σπηλιά των ληστών. Τώρα όμως οι ληστές είχαν φύγει από εκεί και καθόταν η μητέρα του Ήλιου μαζί με το γιο της τον Ήλιο, που έψηνε και έκανε μεζέ όποιον κατά τύχη περνούσε από εκεί. Μα την ώρα εκείνη ήταν ακόμη μέρα και ο Ήλιος δεν είχε ακόμη γυρίσει από το ταξίδι του. Έτσι η μητέρα του Καλογεννημένου βρήκε την ευκαιρία να παρακαλέσει την μητέρα του Ήλιου να μην τον αφήσει να τους ψήσει, αλλά, επειδή ο γιος της ήταν άτυχος, να του πει λίγα λόγια για τη στερνή του τύχη. Πράγματι, η μητέρα δεν άφησε τον Ήλιο να τους ψήσει και τον παρακάλεσε να πει την τύχη στον Καλογεννημένο. Τότε ο Ήλιος του λέει: «Για να ξαναπάρεις πίσω τα πλούτη σου από τον έμπορο πήγαινε και βάλε στοίχημα μαζί του. Πες του πως εσύ πιστεύεις ότι αύριο ο Ήλιος θα βγει από τη Δύση. Αυτός δε θα το πιστέψει, εγώ όμως θα βγω από τη Δύση κι έτσι ο έμπορος θα χάσει το στοίχημα». Έτσι κι έγινε. Ο Ήλιος την άλλη μέρα βγήκε από τη δύση κι ο Καλογεννημένος απόχτησε ξανά την περιουσία του. Κι έζησαν όλοι καλά.

(Συλλέχτηκε από την Αικατερίνη Χούτου στην Τρίπολη Αρκαδίας. Αφηγήτρια η Μαρία Παρασκευοπούλου, ετών 70) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.