Η πέτρα της υπομονής.

(Λευκάδα. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια αρχοντοπούλα κι οι γονείς της την αγάπαγαν πολύ. Δεν την άφηναν ποτέ μοναχή. Τη φύλαγαν σαν τα μάτια τους. Κάθε πρωί σηκωνότανε κι αφού την υπηρετεύανε πρώτα οι υπηρέτριες, καθότανε στο μπαλκόνι με το κέντημα της και κένταγε. Αυτό γινόταν για πολλά χρονιά, ώσπου η κοπέλα άρχισε και μεγάλωνε. Μια μέρα απ' τις πολλές, εκεί που κένταγε, πέρασε ένας αετός, χαμήλωσε και της λέει.' "Τι κεντάς και ξεμπολιάζεις που άντρα πεθαμένονε θα πάρεις". Η κοπέλα βέβαια κατατρόμαξε ακούγοντας αυτά τα λόγια. Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια ο αετός. Κι η κοπέλα δεν ήξερε τίνος να το πει. Αποφάσισε τέλος να το πει στη μάνα της.
"Παιδάκι μου", της λέει η μάνα της, "άμα στο ξαναπεί να του πεις: πάρε με και σύρε με κει που είναι ο πεθαμένος άντρας μου". Έτσι λοιπόν και γίνηκε. Την άλλη μέρα, σαν πέρασε ο αετός και της είπε πάλι τα ίδια, του απάντησε η κοπέλα ό,τι της είχε πει η μάνα της. Χαμηλώνει λοιπόν ο αετός, ανοίγει τα θερία φτερά του, και κάθεται η κοπέλα πάνω του. Κι εκεί που πάνε, πάνε μακριά, φτάνουν κάποτε σε μια ερημιά που βαθιά στο δάσος φαινόταν ένα σπίτι. Την κατέβασε ο αετός και την άφησε. Η κακομοίρα η κοπέλα βέβαια σκιαζόταν, αλλά, "έτσι μου 'χει η μοίρα μου", σκέφτηκε και προχώρησε για το άγνωστο σπίτι. Αφού περπάταγε όλη την ημέρα, το βράδυ φτάνει και μπαίνει στο σπίτι. Άμα μπήκε όμως τα 'χασέ. Στην πρώτη πόρτα ήτανε κρεμασμένα σαράντα κλειδιά. Τα παίρνει κι άρχισε ν' ανοίγει μια-μια κάμαρη και τι να δουν τα μάτια της', πράματα και θάματα, φαγιά, αρχοντιές, όλα εντάξει. Χαλιά πανάκριβα στρωμένα σ' όλες τις κάμαρες, λούσα, μεγαλεία... όλα πολύ όμορφα. Ανοίγει όμως και την τελευταία κάμαρη και τι να δει η μαύρη! Έναν ωραίο άντρα πεθαμένο, ξαπλωμένο με δεμένα χέρια και να κρατάει ένα χαρτί. "Α!" παίρνει και το διαβάζει: "Όποιος με φυλάξει σαράντα μέρες, σαράντα ώρες, σαράντα μινούτα, αν είναι γριά θα την κάνω μάνα μου, αν είναι άντρας θα τον κάνω αδερφό μου, κι αν είναι κοπέλα, γυναίκα μου. Να μην κοιμηθεί ούτε στιγμή όμως". Έτσι κι έκανε λοιπόν η κοπέλα. Τον φύλαξε σαράντα μέρες, σαράντα ώρες και σαράντα τέρμενα, μια ώρα όμως πριν τελειώσει το στοίχημα, ακούει κάτι γύφτισσες από κάτω να φωνάζουν: "Σκλάβες, καλές σκλάβες πουλάμε!"
"Δεν παίρνω μία;" συλλογίστηκε. Ρίχνει μια τριχιά, την ανεβάζει, την πληρώνει και φεύγουν οι άλλες. Έτσι όπως ήταν νυσταγμένη η κακομοίρα, "Σκλαβοπούλα μου", της λέει, "να πέσω λίγο στα γόνατα σου κι εσύ να με ψειρίσεις, ν αποκοιμηθώ λιγάκι, που 'χω τόσον καιρό να κοιμηθώ". Δεν πρόλαβε να γείρει κι αποκοιμήθηκε στο λεπτό. Ξυπνάει τότε το βασιλόπουλο, γιατί ήταν η ώρα του: "Εσύ είσαι, κυρά μου, που με φύλαξες τόσον καιρό;" "Ναι", του απαντάει εκείνη. "Κι αυτή η όμορφη κοπέλα που κοιμάται, ποια είναι;" "Αυτήν την έχω να φυλάει τις χήνες". Κι. η κακούργα η γύφτισσα διατάζει τις χήνες να κατεβάουν την κοπέλα κι αυτή γίνεται βασίλισσα. Έτσι πέρναγε ο καιρός, η γύφτισσα χαίρονταν κι η καημένη η κοπέλα έκλαιγε και τα δέντρα μάραινε.
Κάποτε κηρύχτηκε λοιπόν ένας πόλεμος κι έπρεπε να πάει κι ο βασιλιάς. Προτού φύγει, ρωτάει όλους στο παλάτι τι θέλουν να τους φέρει δώρο άμα θα γύριζε νικητής. Πάει και στην κοπέλα: "Εσύ, κυρά μου, τι θέλεις να σου φέρω;" "Εγώ, αφέντη βασιλιά μου, θέλω να μου φέρεις ένα μαχαίρι της σφαγής, ένα σχοινί του πνιγμού κι ένα ακόνι της υπομονής κι άμα τα λησμονήσεις, να μην ξεκινάει το καράβι που θα μπεις να 'ρθεις". Πήγε λοιπόν ο βασιλιάς, πολέμησε, νίκησε, πήρε τις παραγγελίες όλων των άλλων και ξεκίνησε να γυρίσει πίσω στο παλάτι του. Μα της κοπέλας το δώρο το 'χε ξεχάσει. Μπήκε λοιπόν στο καράβι, μα το καράβι που να σπαράξει από τον τόπο του. "Για όνομα του θεού", λέει ο καπετάνιος, "μήπως έχετε κανένας σας κανένα τάμα; Εσύ, αφέντη βασιλιά, μήπως ξέχασες κανένα σπουδαίο;" Και τότε ο βασιλιάς θυμήθηκε την παραγγελία που είχε κάνει και την εκμυστηρεύτηκε στον καπετάνιο. "Α!", είπε ο καπετάνιος, "να τα πάρεις κι άμα τα πας, να κρυφτείς και να δεις τι θα γίνει, γιατί κάτι μυστήριο κρύβεται αυτού πέρα". Πράγματι, τ' αγόρασε ο βασιλιάς και γυρνώντας στο παλάτι τον περίμεναν μουσική κι υποδοχές μεγάλες. Η βασίλισσα με το στέμμα καμάρωνε κι έδινε παντού διαταγές. Πήγαν όλοι τα δώρα τους, παίρνει κι η καημένη η χηνάρισσα τα δικά της. Φχαρίστησε το βασιλέα και το βράδυ κλαίγοντας μονάχη της έλεγε: "Σήκω, μαχαίρι της σφαγής κι ακόνι της υπομονής... Δεν είμ' εγώ η αρχοντοπούλα η μοναχοκόρη, που κένταγα και πέρναγε ο αετός και μου 'λέγε, Τι κεντάς και τι ξομπλιάζεις, π' άντρα πεθαμένονε θα πάρεις". Κι αμέσως σηκωνότανε το μαχαίρι της σφαγής, έτοιμο να τη σφάξει: "Αλλά στάσου", του 'λέγε, "γιατί έχω κι άλλα να σου πω. Έλα, ακόνι της υπομονής", κι αμέσως το μαχαίρι πήγαινε στη θέση του. "Δεν είμ' εγώ που 'κατσα σαράντα μέρες, σαράντα ώρες και σαράντα τέρμενα πάνω από τον πεθαμένο, σήκω, σχοινί του πνιγμού, σήκω, ακόνι της υπομονής. Δεν είμ' εγώ που αγόρασα τη σκλαβοπούλα για συντροφιά κι αυτή είπε στο βασιλιά το ψέμα; Σήκω, μαχαίρι της σφαγής και πέτρα της υπομονής..." Ο βασιλιάς την άκουγε χωρίς να την πιστεύει. Δεν ξέχναγε όμως και να παραφυλάει για ν' ακούσει να το λέει. Ώσπου μια μέρα, θέλησε να καλέσει σε τραπέζι όλον το λαό και τους γειτονικούς βασιλιάδες. Διέταξε να περιποιηθούν και τη χηνάρισσα και να την ανεβάσουν κι αυτή στο τραπέζι. Ανάμεσα λοιπόν στους καλεσμένους, ήταν ο πατέρας της, όπου μόλις την είδε, τη γνώρισε. Τον γνώρισε κι εκείνη κι έτρεξε αμέσως με δάκρυα στην αγκαλιά του.
Τότε λοιπόν ο βασιλιάς, που πείστηκε πια για την κοπέλα πως έλεγε την αλήθεια, έβαλε όλους τους καλεσμένους να πουν ο καθένας ξέχωρα την ιστορία του. Ρώτησε λοιπόν ο βασιλιάς τη γύφτισσα: "Εσύ τι λες, Μεγαλειότατη, όποιος χωρίζει αντρόγυνα, τι πρέπει να παθαίνει;" Κι αυτή του απαντάει: "Να σφάζεται, να κομματιάζεται, και να τον τρώνε τα σκυλιά". "Α! μπράβο", της λέει ο βασιλιάς,
"έλα τώρα να σε κάνουμε κι εσένα έτσι, παλιογυναίκα". Έτσι κι έγινε. Την πήρανε, τη σφάξανε, την κάμανε κομματάκια και την πετάξανε στα σκυλιά. Κι έζησαν έτσι αυτοί καλά - ο βασιλιάς με τη βασιλοπούλα - κι εμείς καλύτερα. Καληνύχτα τώρα της αφεντιάς σας, γιατί έξω χιονίζει.

(Καταγράφηκε από τη Δήμητρα Παπαδοπούλου από τη Λευκάδα)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.