Ο Σιδερής.

(Σύμη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Αυτοί είχαν και δύο δυμέλια, όμορφα, άστραφταν σαν τον ήλιο. Ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τη μία από την άλλη. Τη μία τη λέγαν Αφροδίτη και την άλλη Μαριγώ. Όταν μεγάλωσαν, αρραβώνιασαν την Αφροδίτη. Ο γάμος της κράτησε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Κάθε νύχτα, έσκιζε το καντούνι της κάμαρης και παρουσιαζόταν μια μεγάλη σκυλάρα κι εφοβέριζε τον άντρα της. Κάθε μέρα του παρουσιαζόταν, όταν κοιμόταν η Αφροδίτη. Το παιδί άρχισε να κιτρινίζει από το φόβο του κι ούτε έτρωε ούτε κοιμόταν. Άρχισε να κιτρινίζει και να μη στέκεται από την αδυναμία. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα, που 'βλεπαν το γαμπρό τους ν' αδυνατίζει, τον ρώτησαν τι έχει. "Τι να σας πω", είπε, "κάθε βράδυ, μόλις πάω να κοιμηθώ, παρουσιάζεται ένας σκύλος και με φοβερίζει. Με λίγα λόγια, η τύχη της κόρης σας είναι αυτός ο μεγάλος σκύλος".
Αποφάσισαν τότε να του πάρουν τη Μαριγώ. Όταν λοιπόν έμαθε η κόρη ότι ο άντρας της θα 'παίρνε τη Μαριγώ, τότε ήθελε να μάθει γιατί την άφηνε ο άντρας της. Πηγαίνει στην αδερφή της και λέει: "Αδερφή μου, μια χάρη θέλω να μου κάνεις. Να μου δώσεις τα ρούχα σου, να τα βάλω και να πάρεις τα δικά μου. Εγώ θα πάω να ρωτήσω τον άντρα μου γιατί θέλει να μ' αφήσει και να πάρει εσένα". Η αγαπημένη αδερφή βγάζει τα ρούχα της και της τα δίνει. Πάει λοιπόν στον άντρα της και του λέει! "Καλέ γαμπρέ, ήρθα να σε ρωτήσω γιατί αφήνεις την Αφροδίτη μου και θέλεις να πάρεις εμένα;" Κι εκείνος της απαντά: "Εγώ με την αδερφή σου είμαι ευχαριστημένος, αλλά εκείνης η τύχη της είναι μια μεγάλη σκυλάρα κι όταν πάω να κοιμηθώ, σκίζεται το καντούνι της κάμαρας και βγαίνει μια σκυλάρα σα βόδι και φοβερίζει πως θα με φάει". Εκείνη τότε λέει! "Μάνα, καλέ γαμπρέ, από το φόβο ετρομίκιασε η καρδιά μου". Δεν ήταν η Μαριγώ αλλά ήταν η γυναίκα του, η πραγματική του γυναίκα. Κατόπι, πάει στην αδερφή της και της λέει: "Χαλάλι σου, αδερφή μου, ο άντρας μου. Εμένα η τύχη μου είναι σκύλος και θα πάω να τον εύρω". Κρυφά-κρυφά την άλλη μέρα έφυγε για να πάει να βρει το σκύλο, αφού εφόρεσε σιδερένια παπούτσια κι έπιασε ψωμί και τυρί. Περπατούσε πολλές μέρες, ώσπου έφτασε σ ένα μεγάλο λιβάδι. Από μακριά είδε ένα μικρό σκυλάκι. Όταν πλησίασε κοντά, έγινε μια μεγάλη σκυλάρα, σαν ένα μεγάλο βόδι. Εκείνη λέει: "Αυτός ο σκύλος είναι η τύχη μου και τώρα θα με φάει". Ο Σκύλος της λέει: "Καλώς την Αφροδίτη μου, κι εγώ ερχόμουν για σένα". Της δώνει μίαν αρμαθιά κλειδιά και της λέγει: "Παρ τα, Αφροδίτη μου, και πάμε στο παλάτι μου". Περπατούσαν δύο ώρες και φτάσαν στο παλάτι. Εκεί βρήκαν τραπέζια γεμάτα φαγητά, δούλους και δούλες. "Τώρα", της λέγει, "θα φάμε και μετά θα πας να κοιμηθείς για να ξεκουραστείς". Αφού έφαγαν και ήπιαν πηγαίνει να κοιμηθεί σε χρυσό κρεβάτι. Την άλλη μέρα της είπε: "Τώρα, Αφροδίτη, θα πας να σεργιανίσεις το παλάτι. Είδε πλούτη και καλά που δεν τα είχε ούτε στου πατέρα της το παλάτι. Της λέγει ότι "όλα αυτά είναι δικά σου. Όμως το μικρό καμαράκι είναι δικό μου και δε θα τ' ανοίξεις ποτέ σου".
Η κόρη στενοχωριέται και γύριζε στο παλάτι να φύγει η στενοχώρια. Τη βασάνιζε η ιδέα ν' ανοίξει το καμαράκι' στα τελευταία το άνοιξε. Είδε ένα μεγάλο μάρμαρο μ' ένα χαλκά στη μέση' άνοιξε το μάρμαρο κι είδε σ έναν ωραίο θρόνο τον άντρα της να τρώει ανθρώπινο πόδα. Από τότε η κόρη κιτρίνιζε από το φόβο της κι άρχιζε να μαραζώνει. Λέγει ο Σκύλος.' "Τι έχεις και κάθεσαι λυπημένη; Μήπως ενθυμηθείς τη μάνα σου; Να πάω να σου τη φέρω;" "Να μου τη φέρεις, και ρωτάς αν θέλω;" Μεταμορφώνεται αυτός και γίνεται η μάνα της. Αφού έφαγαν με τη μάνα της, της λέει.' "Πάμε μαμά, να δεις τα πλούτη μου και να σεργιανίσεις και το παλάτι". Όταν είδε τα τόσα πλούτη, η μάνα της της λέει: "Σε τόσα πλούτη κάθεσαι και χωλιάς. Ο μπαμπάς, που ήταν βασιλιάς, δεν είχε το ένα τρίτο σου". Αφού έκατσε πολλές μέρες, ήθελε και να φύγει.
Ο Σκύλος ρωτά αν ήθελε να της φέρει τον μπαμπά της. Τον έφερε και τον μπαμπά της κι εκείνος τα ίδια της έλεγε. Ούτε και σ' αυτόν δεν είπε το μυστικό της. Ο Σκύλος τη ρωτά αν θέλει να της φέρει και τη δούλη της. Εκείνη με χαρά δέχτηκε. Μεταμορφώνεται ο Σκύλος και γίνεται η δούλη της· σ' αυτήν είπε το μυστικό της. Όταν την αρώτησε γιατί στενοχωριέται, "ο άντρας μου", της είπε, "τρώει ανθρώπους και καμιά φορά θα φάει κι εμένα". Αμέσως ο σκύλος αλλάσσει μορφή και γίνεται πάλι σκύλος και της λέει: "Στο μπαμπά σου ούτε στη μαμά σου δεν το είπες, και στη δούλα σου το είπες; Α, να φύγεις από δω". Και βάλλει την σε μια σιδερένια φορεσιά και την έκλεισε με σαράντα-ένα κλειδιά. Όταν έφευγε, της έδωσε δύο τρίχες και της είπε: "Όταν βρεθείς σε ανάγκη, να κάψεις τη μία και την άλλη". Περπατούσε πολλές μέρες. Βρέθηκε σ ένα παλάτι. Από την πείνα της και τη δίψα της ερούφα τα νερά με τα ρύζια, που τρέχαν από το νεροχύτη, που έπλεναν τα πιάτα οι δούλες από πάνω. Μια δούλα την είδε. Εφοβήθη και φώναξε: "Στοιχειό, στοιχειό!" Και φώναξαν το βασιλιά να το δει. Όταν ο βασιλιάς είδε το παράξενο αυτό πράγμα εφώναξε: "Τι είναι;" κι εκείνο απήντησε.' "Άνθρωπος σαν κι εσάς" και της είπαν να περάσει πάνω. Ο Σκύλος, όταν της έδινε τις τρίχες της είπε να μη λέει ότι είναι κόρη, αλλά να λέγει ότι λέγεται Σιδερής.
Όταν πήγε πάνω, χαιρέτησε αλλιώς το βασιλιά κι αλλιώς τις δούλες. Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι εδώ κάτι συμβαίνει. Από τα καλά του φυσικά εγένετο ο αγαπημένος εις όλους και προπάντων του βασιλιά. Η βασίλισσα, όταν έβλεπε την αγάπη του βασιλιά προς το Σιδερή, εφτόνεσε κι ήθελε να 'βρει τρόπο να τον σκοτώσει.
Κάποια μέρα, ο βασιλιάς είπε της βασίλισσας να πάνε περίπατο στο δάσος. Εκείνη του είπε να φύγουν και ότι θα τους έφταναν μαζί με το Σιδερή. Ο βασιλιάς έφυγε. Τότε εκείνη άρχισε να μαδιέται και να χτυπιέται. Η ώρα περνούσε, η βασίλισσα άργησε να φανεί, έλεγε ο βασιλιάς ότι κάτι θα συμβαίνει. Όταν γύρισε πίσω, είδε τη βασίλισσα σε κακά χάλια. Τη ρώτησε και είπε ότι ήταν ο Σιδερής. Αμέσως διάταξαν να τον σκοτώσουν. Αλλά πως να τον σκοτώσουν; ούτε σφαίρα τον έπιανε, ούτε μαχαίρι. Αποφάσισαν να τον βάλουν σε καμίνι και να τον κάψουν. Όταν επρόκειτο να τον ρίξουν στο καμίνι, ζήτησε από το βασιλιά ένα τσιγάρο. Αντί ν ανάψει το τσιγάρο, ανήψε την τρίχα. Είδε ότι άργησε και ανήψε και την άλλη. Αμέσως άκουσαν βουητό μεγάλο κι είδαν μια σκυλάρα να έρχεται. Όταν ήρθε κοντά, ρώτηξε τι συμβαίνει. Όταν το έμαθε, έβαλε στοίχημα με το βασιλιά, αν ήταν άντρας να τον κάψουν, αν ήταν όμως κόρη, να κάψουν τη βασίλισσα. Αμέσως ο σκύλος άρχισε ν' ανοίγει τις σαράντα-μία κλειδαριές. Όταν έβγαλε τη σιδερένια φορεσιά, παρουσιάστηκε μια ωραία κόρη σαν φρεγάτα. Στο στοίχημα που είχαν βάλει, είπαν ότι αν ήταν κόρη, θα την έπαιρνε ο βασιλιάς γυναίκα του. Μόλις την είδε ο βασιλιάς, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και παρακαλούσε να ρίξουν τη βασίλισσα για να την πάρει. Όταν όμως το κέρδισε το στοίχημα ο σκύλος, έβγαλε κι αυτός τη φορεσιά του τη σκυλίσια και παρουσιάστηκε ένας ωραίος νέος. Αμέσως πήρε την Αφροδίτη κι έφυγε για το παλάτι του. Παντρεύτηκαν και κάναν και παιδιά και γέμισε κι η γειτονιά.

(Καταγράφηκε το 1960 στη Σύμη από την Άννα Σαραγά)
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.