Τα τρία γροσάκια.

(Καππαδοκία. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η διαβολική όραση" ή "Ο καθρέφτης που τα βλέπει όλα")

Ήταν κάποτε μια πολύ φτωχή γυναίκα που με δυσκολία έβγαζε το ψωμί της· είχε κι ένα πολύ έξυπνο και χαριτωμένο αγοράκι. Από το χωριό τους περνούσε ένας πολύ πλούσιος έμπορος και βλέποντας τη γυναίκα να ξενοδουλεύει, τη λυπήθηκε και της είπε: "Δε μου δίνεις, κυρά μου, το παιδί σου να το βάλω στη δουλεία μου; θα του πληρώνω τη δούλεψη του και μια μέρα θα γυρίσει πίσω να σε ξεκουράσει και σένα". Η κακομοίρα η μάνα το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε και στο τέλος το αποφάσισε. Το παιδί το πήρε ο έμπορος κι έφυγε.

Στα ξένα που το πήγε, το παιδί ήταν καλό στη δουλειά, πολύ έξυπνο και γρήγορα απόκτησε την εμπιστοσύνη του αφεντικού του. Μια μέρα του λέει: "Αφεντικό, να μου πληρώσεις τη δούλεψη μου, γιατί εγώ θέλω να γυρίσω στη μάνα μου". Για αμοιβή, ο έμπορος τον έβαλε να διαλέξει και να πάρει ένα τσουβάλι λίρες η τρία άσπρα γροσάκια, που ήταν η τύχη του παιδιού. Το παιδί, αν και προτιμούσε τα φλουριά, εν τούτοις αποφάσισε να πάρει τα γροσάκια, λέγοντας: "Έτσι κι έτσι πάντοτε υπήρξα φτωχός, ας πάρω την τύχη μου να δούμε τι θα μου φανερώσει". Τα πήρε κι έφυγε. Κουρασμένος και πεινασμένος καθώς ήταν απ' το δρόμο, ξάπλωσε σ' ένα βράχο δίπλα στην αμμουδιά, μετανιωμένος γιατί δεν πήρε τα φλουριά. Άκουσε δίπλα του βογγητό και καθώς κοίταξε, είδε ένα μεγάλο σκυλόψαρο που ήταν στην ακρογιαλιά και αναστέναζε. "Και συ παραπονούμενος, φίλε μου", του λέει. "Αχ! ας είχα ένα γροσάκι, θα ξεκολλούσα απ' εδώ που είμαι και θα έφτανα στο σπίτι μου". "Ας του δώσω ένα γροσάκι' άλλωστε άχρηστα είναι για μένα". Μόλις το πήρε το γροσάκι το σκυλόψαρο, ξεκόλλησε από την αμμουδιά και έφυγε. "Να, πάρε τρία λέπια από πάνω μου, κι όταν με χρειαστείς, να ρθεις στη θάλασσα να τα κάψεις και 'γω θα είμαι κοντά σου", είπε το ψάρι. Συνεχίζοντας το δρόμο του, βλέπει ένα μεγάλο αετό να κάθεται μισοπεθαμένος επάνω σ' ένα βουνό, γιατί τα φτερά του είχαν κολλήσει στη γη. "Ένα γροσάκι εμένα με σώζει", του είπε. "Μ'εμένα τα βάλανε σήμερα", είπε μέσα του το παλικάρι. Του δώσε το δεύτερο γροσάκι και ο αετός επέταξε, αφού του έδωσε μερικά φτερά για να τα κάψει, όταν τον χρειαστεί. Στο δρόμο, καθώς προχωρούσε, βλέπει μια μαϊμού που ξεψυχούσε. "Τι έχεις κυρα-Μάρω;" της λέει. "Τι να 'χω, αφέντη, δε βλέπεις; Αν μου χάριζες ένα γροσάκι, θα με έσωζες από την κατάντια που βρίσκομαι". "Ένα μου έμεινε, πάρε το και πήγαινε". "Σου δίνω κι εγώ μερικές τρίχες κι όταν με χρειαστείς, φώναξε με, αφού κάψεις τις τρίχες αυτές".
Το παλικάρι, πεινασμένο και απένταρο, έφτασε στο χωριό του, αλλά σκέφτηκε να μην πάει στη μάνα του. "Η μάνα μου θα με διώξει", είπε, "ύστερα από την καζάντια που της έφερα και με το δίκιο της". Πήγε λοιπόν στο καφενείο να πιει έναν καφέ. Στο διπλανό τραπέζι που κουβέντιαζαν μερικοί άκουσε να λένε! "Πάει και σήμερα το παλικάρι... Ο πύργος κοντεύει να χτιστεί κι η βασίλισσα ακόμη δεν παντρεύτηκε". Ρώτησε και έμαθε. Η βασίλισσα του τόπου εκείνου είχε βγάλει μια διαταγή. "Όποιος βασιλιάς ή πρίγπιπας κατόρθωνε να κρυφτεί από το πρωί ως τις δώδεκα το μεσημέρι σε μέρος που να μην τον βρει με το μαγικό καθρέφτη, να την έπαιρνε γυναίκα, ειδάλλως εκείνη θα του έκοβε το κεφάλι". Και με τα κεφάλια έχτιζε έναν πύργο. "Ας λάβω μέρος κι εγώ στο διαγωνισμό", σκέφτηκε. "Έχω ως βοήθημα τρία λέπια, τρία φτερά και τρεις τρίχες της κυρα-Μάρως". Με θάρρος παρουσιάστηκε λοιπόν στη βασίλισσα που ήταν πολύ όμορφη. "Εδώ, παλικάρι μου", του είπε, "έρχονται πρίγκιπες και βασιλείς και διαθέτουν κάποιο μέσο για να κρυφτούν και πάλι τους βρίσκω, πως τολμάς εσύ λοιπόν να παρουσιαστείς στη βασίλισσα χωρίς καμιά πιθανότητα ζωής;" "Η ζωή μου είναι ανυπόφορη", της απαντά, "δε θέλετε να αυξήσετε τον πύργο σας με μίαν ακόμη κεφαλή;" Με τα πολλά παρακάλια πείστηκε η βασιλοπούλα. Του είπε το στοίχημα και τις συνέπειες και έφυγε.
Έρχεται στην ακρογιαλιά, καίει τα λέπια και νάσου και παρουσιάζεται το σκυλόψαρο. "Ακούω, αφέντη". Αυτός του είπε την υπόθεση το και το. "θα κάνω ό,τι μπορώ για να σε σώσω". Τον καταπίνει λοιπόν και τον φέρνει σε ένα σημείο της θάλασσας που δύσκολα θα μπορούσε να τον παρατηρήσει κανείς. Η βασίλισσα πολύ αργά άρχισε να ψάχνει, γιατί είχε πολλές πιθανότητες ότι αμέσως θα τον έβρισκε. Όταν κόντευε να τελειώσει η ώρα, τον είδε να κάθεται μέσα στην κοιλιά ενός ψαριού και παραξενεύτηκε, "θα του χαρίσω μια μέρα την ζωή", είπε, "για να τον δοκιμάσω, γιατί είναι πολύ παράξενος άνθρωπος".
Την άλλη μέρα, το παλικάρι έκαψε τα φτερά του αετού, του είπε την υπόθεση, όταν παρουσιάστηκε και ο αετός του απάντησε! "Εκεί που θα σε κρύψω, δε θα μπορέσει να σε βρεί". Έκανε σύνθημα κι ήλθαν όλοι οι αετοί, άπλωσαν τα φτερά τους, ξάπλωσε το παιδί απάνω και τον ανέβασαν πάνω από τα σύννεφα. Πολύ πρωί η βασίλισσα άρχισε να ψάχνει, γιατί είχε φοβηθεί από την προηγουμένη μέρα. Έψαξε στη θάλασσα, στη γη, στον ουρανό, παντού. Πολύ αργά, τον είδε να είναι ξαπλωμένος στα φτερά των αετών πάνω από τα σύννεφα. "Δε μου χαρίζεις τη ζωή για άλλη μια μέρα;" είπε το παλικάρι, όταν παρουσιάστηκε στη βασίλισσα μπροστά. "Το κεφάλι μου, χαλάλι σου, όταν με βρεις αύριο". Η βασίλισσα δέχτηκε γιατί είχε αρχίσει να τον αγαπά, γιατί, όπως είπα, το παλικάρι ήταν πολύ ωραίο. Την τρίτη μέρα, τρέχει στη μαϊμού. Μόλις έκαψε τις τρίχες, να η κυρά-Μάρω χορεύοντας. "Γεια σου, αφεντικό, με χρειάστηκες;" Αφού άκουσε ό,τι της είπε, του απάντησε: "Εγώ θα σε κάνω βασιλιά, γιατί δεν ξεχνώ την καλοσύνη που μου έκανες". Εσφύρηξε, μαζεύτηκαν όλες οι μαϊμούδες και τότε διέταξε και της έφεραν ένα πολύ ωραίο κόκκινο μήλο που προκαλούσε εντύπωση. Με προσοχή το έκοψαν από πάνω, έφαγαν το μέσα μέρος και κατόπιν του είπε να μπει ο ίδιος μέσα στο μήλο. Το έκλεισε με προσοχή και του είπε: "Δε θα μιλήσεις καθόλου. Όταν θα χτυπήσει το ρολόι δώδεκα η ώρα, εσύ θα βγεις από το μήλο και θα σου ανήκει τότε η βασίλισσα για γυναίκα σου". Πήρε το μήλο και το έβαλε κάτω από το μπαλκόνι της βασιλοπούλας. Της έκανε μεγάλη εντύπωση όταν το είδε και διέταξε την ακόλουθο της να το πάρει και να το βάλει μέσα στη φρουτιέρα. Η ίδια άρχισε με αγωνία να ψάχνει. Κοίταξε στη θάλασσα, στη γη, στον ουρανό, πουθενά' απελπισία μεγάλη την κατέλαβε. Προσπαθούσε να τον βρει, μα αδίκως. Η ώρα δώδεκα, άρχισε να χτυπά το ρολόι. Ακούγοντας ο νεαρός το ρολόι, κατάλαβε ότι είχε νικήσει και γεμάτος χαρά πήδησε μέσα απ' το μήλο. Η βασίλισσα, καθώς τον είδε, τρόμαξε και της έπεσε από τα χέρια ο μαγικός καθρέφτης και έσπασε.
Ο νέος βασιλιάς εφίλησε τη βασίλισσα και έστειλε άμαξα να φέρουν τη γριά μητέρα του η οποία γεμάτη ευτυχία παρακολούθησε το γάμο του γιου της με τη βασίλισσα και έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 

(Καππαδοκία) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.