Ο γέρος και τα τρία αδέρφια

Μια φορά ήταν τρία αδέρφια και κίνησαν να παν στα ξένα, για να βρουν δουλειά. Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά και κάθησαν σε μια βρύση κοντά να φάνε και να ξεκουραστούνε. Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:
– Ώρα καλή, παλληκάρια.
– Πολλά τα έτη, παππούλη, του είπαν εκείνα και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε:
– Κάθησε, παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.
Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθησε. Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος κοράκια. Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού.
– Τι θα ήθελες, παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;
– Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.
– Καλά, λέει ο γέρος. Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;
– Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε.
Ταπ, χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κ’ έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Άσπρισεν ο τόπος απ’ τα πρόβατα. Σηκώθηκε αυτός, μάζεψε τα πρόβατα, απόμεινεν εκεί. Οι άλλοι δύο με το γέρο πήραν πάλι το δρόμο. Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σ’ ένα λόγγο. Ρωτάει ο γέρος τώρα το δεύτερο:
– Τι θα ήθελες εσύ, παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;
– Εγώ θα ήθελα, παππούλη, όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί.
– Καλά, του λέει ο γέρος, αφού θα έχεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;
– Θα δίνω, του λέει.
Ταπ, χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. Και το παιδί αυτό απόμεινε εκεί κ’ έκανε μαγαζιά, γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια. Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι το δρόμο. Σαν έφτασαν σ’ ένα σταυροδρόμι, κάθησαν στη βρύση που ήταν εκεί, για να ξεκουραστούν. Λέει ο γέρος του παιδιού:
– Αμ’ δε ζητάς κ’ εσύ τίποτε;
– Εγώ, παππούλη, θα ήθελα απ’ αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.
– Και θα δίνεις στους φτώχους μέλι, άμα σου ζητούν;
– Θα δίνω.
Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη και αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, πουλούσε μέλι και μοίραζε στους φτωχούς τους στρατοκόπους. Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του. Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί αφήκεν ένα υπηρέτη στη βρύση, να μοιράζει μέλι κι αυτός ξεκίνησε να πάει να ιδεί τ’ αδέρφια του, γιατί τα επεθύμησε.
Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές, βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα. Κει που στεκόταν κι απορούσε, βλέπει κ’ έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει:
– Είδες; Ό,τι είπαν τ’ αδέρφια σου δεν το έκαμαν. Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. Γι’ αυτό κ’ εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα. Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου.
Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέος έγινεν άφαντος.

Πηγή: mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com  
(Γ. Μ. Μέγας. Ελληνικά παραμύθια, τόμος α')