Η πιο ξεχωριστή ιστορία

(Μεξικό)

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ’ έναν τόπο μια γριά χήρα. Ο θάνατος της πήρε τον άντρα της στα πρώτα χρόνια του γάμου τους, μα πρόλαβε να γεννήσει τρεις φορές. Κι απόμεινε τώρα στα στερνά με τρεις γιούς, τρία παλικάρια, κι ολάκερη της η ζωή είχε περάσει μέσα σε κουβέντες και σε ορμήνιες, να μάθει στα παιδιά της να συμπονάνε τους φτωχούς και να βοηθάνε τους ανήμπορους και τους καταφρονεμένους. 
Ο καιρός περνούσε και ήρθε η ώρα που ο χρόνος έγραψε τις τελευταίες μέρες πάνω στο κορμί της, και η γριά μάνα κατάλαβε πως ήτανε η ώρα της να φύγει από τη ζωή και πως δεν θα μπορούσε άλλο να σταθεί στο πλάι των παιδιών της. Φωνάζει τότε τους γιούς της δίπλα στο προσκέφαλό της και τους λέει:  «Παιδιά μου, δεν είμαι καλά. Θαρρώ πως σώθηκαν τα ψωμιά μου. Το μόνο πράγμα που έχω να σας αφήσω για να με θυμάστε είναι το δαχτυλίδι που φορώ. Έχει πάνω του ένα πετράδι ακριβό. Μου το άφησε η μάνα μου -η γιαγιά σας που σας νανούριζε με ιστορίες- που το πήρε κι αυτή απ’ τη δική της τη μάνα, που κι εκείνης της το ‘χε δώσει η μάνα η δική της πριν από πολλά χρόνια. Δεν μπορεί να μοιραστεί στα τρία, μα είναι και ντροπή μεγάλη να πουληθεί, γιατί μια μέρα θα το δώσει ένας από σας στη δική του θυγατέρα, σαν έρθει η ώρα που πρέπει. Τώρα όμως είμαι μπροστά σ’ ένα πρόβλημα μεγάλο.  Πρέπει να πάρω απόφαση ποιος από σας είναι ο πιο άξιος να πάρει κληρονομιά τούτο το δαχτυλίδι που φορώ, κι η αγάπη που σας έχω δε μ’ αφήνει να ξεχωρίσω κανέναν απ’ τους τρεις σας. Πηγαίνετε, παιδιά μου, και κάντε το καλό στον κόσμο. Γυρίστε μετά ξανά σε μένα σαν περάσει μιας βδομάδας καιρός, και πείτε μου τις ιστορίες σας. Αυτές θα μιλήσουνε για σας, κι εκείνος που θα ‘χει κάνει το πιο ξεχωριστό κατόρθωμα θα πάρει για κληρονομιά το δαχτυλίδι με το πετράδι που φοράω στο χέρι μου». 
Οι τρεις γιοι χαιρέτισαν τη μάνα τους και την άφησαν. Πήγαν και κανόνισαν τις δουλειές τους κι ύστερα αντάμωσαν και βγήκαν στη δημοσιά και περπάτησαν μέχρι που βρήκαν το τρίστρατο. Εκεί πήραν την απόφαση να χωρίσουν τους δρόμους τους κι ο καθένας διάλεξε ένα δρόμο αλλιώτικο από τους άλλους. Πριν χωρίσουν, έδωσαν υπόσχεση αναμεταξύ τους σαν περάσει μιας βδομάδας καιρός να συναντηθούν ξανά στο τρίστρατο πάλι, και να πάρουν το δρόμο του γυρισμού για να πουν τα νέα στη μάνα τους. Το ‘χαν έγνοια να την προλάβουν ζωντανή. 
Έτσι κι έγινε. Πάνω στις εφτά μέρες φάνηκαν κι οι τρεις τους να έρχονται από το δρόμο που είχε πάρει ο καθένας τους. Αντάμωσαν στη ρίζα του τρίστρατου και περπάτησαν μαζί στη δημοσιά που πήγαινε στον τόπο τους. Στο δρόμο δεν μίλαγε κανένας τους, παρά μόνο τραβούσαν σκεφτικοί. Ήθελαν να αντικρίσουνε τη μάνα τους. Τη βρήκαν στα τελευταία της. Μόλις που μπόρεσε να γυρίσει τα μάτια της για να τους δει. Σίμωσαν και οι τρεις κοντά στο κρεβάτι της. Τότε, βγήκε μπροστά ο μεγάλος της γιος, κι εκείνη του είπε με φωνή που έτρεμε: 
«Πες μου, γιε μου, την ιστορία σου…» 
Ο μεγάλος μίλησε και είπε: 
«Μάνα, αφού το σκέφτηκα καλά, τη μέρα που μας μίλησες, πήρα με προσοχή τα μισά από το βιός μου, και τα πούλησα, και τα λεφτά που μάζεψα τα μοίρασα στους φτωχούς στον τόπο που περπάτησα». 
«Γιε μου» είπε η γυναίκα «κανένας δεν μπορεί να πει πως δεν έκανες καλά. Μα θαρρώ πως δεν έκανες δα κάτι ξεχωριστό. Εγώ δε σας μάθαινα τόσα χρόνια πως είναι δουλειά πρώτη και καλύτερη του καθενός και υποχρέωση μεγάλη να βοηθάνε τους ανήμπορους και τους φτωχούς;» 
Τότε ήρθε κοντά στο προσκέφαλο της μάνας ο δεύτερος γιος και της κράτησε το χέρι. Η γριά μάνα του τον κοίταξε κατάματα και του είπε με λόγια που έτρεμαν: 
«Πες μου, παιδί μου, τη δική σου ιστορία…» 
Εκείνος αποκρίθηκε: 
«Μάνα, σαν χωρίσαμε στο τρίστρατο με τ’ αδέρφια μου, ο καθένα τράβηξε το δρόμο του. Εγώ περπάτησα μακριά κι έφτασα σ’ ένα γεφύρι. Την ώρα που το διάβαινα, τα μάτια μου αντίκρισαν ένα μικρό κοριτσάκι που το παράσερνε το ρεύμα του ποταμού. Ξέρεις πως κολυμπώ με δυσκολία, αλλά δίχως να το σκεφτώ έπεσα μέσα στο ποτάμι κι έφτασα κοντά στο κοριτσάκι. Το τράβηξα απ’ τα ρούχα και το έβγαλα στην όχθη. Το έσωσα από πνιγμό, και μόνο ένας Θεός ξέρει πώς δεν πνιγήκαμε και οι δυο μαζί σ’ εκείνα τα αγριεμένα νερά…» 
Η μάνα, που τον άκουγε όση ώρα μιλούσε με προσοχή, του αποκρίθηκε: 
«Γιε μου, έκανες στ’ αλήθεια το καλό κι έσωσες τη ζωή του κοριτσιού. Όμως το κατόρθωμά σου δεν ήτανε ξεχωριστό. Εγώ δε σας μάθαινα τόσα χρόνια πως ο καθένας πρέπει να είναι έτοιμος να δώσει και τη ζωή του για να σωθεί ένα ανήμπορο παιδί;» 
Τότε, η μάνα έγνεψε στον τρίτο, το μικρότερο τον γιο της, κι εκείνος πήγε κοντά της. Στάθηκε δίπλα της και η μάνα του ψιθύρισε: 
«Παιδί μου, θέλω ν’ ακούσω και τη δική σου ιστορία…» 
Ο μικρός γιος κρατήθηκε κι απόμεινε στη σιωπή. Ύστερα άρχισε να μιλάει και να λέει: 
«Μάνα, δεν έχω να σου πω καμιά ιστορία. Ξέρεις πως δεν έχω υπάρχοντα του λόγου μου, όπως έχει ο μεγάλος μου αδερφός, για να μοιράσω στους φτωχούς. Δεν ξέρω ούτε να κολυμπάω μέσα στο νερό. Μα θα σου ιστορήσω αυτό που μου συνέβηκε τούτη τη βδομάδα. 
Σαν άφησα πίσω μου το τρίστρατο και τ’ αδέρφια μου, πήρα το δρόμο που πήγαινε κατά τα βουνά. Και περπατούσα και πήγαινα, και περπατούσα και πήγαινα, κι όλο ξεμάκραινα κι ανέβαινα ψηλά. Σε μια στροφή του δρόμου συναντώ στο διάβα μου έναν άνθρωπο που κοιμότανε στην άκρη του γκρεμού. Μεμιάς κατάλαβα πως αν σάλευε την ώρα που κοιμόταν θα έπεφτε στα βράχια από κάτω και θα σκοτωνόταν. Τότε γλιστρώ στα κλεφτά, πάνω στο χώμα, όσο πιο ήσυχα μπορούσα για να μην τον ξυπνήσω.  Σιμώνω κοντά του, και τι να δω; Ήταν ο γείτονάς μου, ο χειρότερος εχθρός μου! Στην αρχή πέρασε απ’ το μυαλό μου να τον αφήσω εκεί. Γιατί, στ’ αλήθεια, δεν ήταν πολύς καιρός πριν που με φοβέρισε του λόγου του να με σκοτώσει για το σύνορο ανάμεσα στα χωράφια μας. Μέσα μου όμως ήξερα ποιο είναι το χρέος μου. Την ώρα που έβαλα τα χέρια μου γύρω του και τον αγκάλιασα, ο γείτονας ξύπνησε. Τότε, είδα το φόβο να φωλιάζει στα μάτια του σαν αντίκρισε ποιος ήμουνα. «Μη φοβάσαι» του είπα και τον τράβηξα μακριά απ’ τον γκρεμό. Μετά τον βοήθησα να σταθεί στα πόδια του. Ήρθε τότε κοντά μου. Στην αρχή θαρρούσα πως είχε κατά νου να με χτυπήσει και να με σκοτώσει και πως θα ξεστόμιζε κουβέντες. Όμως αντί γι’ αυτό, απλώνει τα χέρια του και μ’ αγκαλιάζει. Τότε μου είπε πως την προηγούμενη βραδιά έπεσε το σκοτάδι και δεν μπορούσε να γυρίσει στο χωριό. Πήρε την απόφαση να σταθεί εκεί που βρισκόταν και βρέθηκε για κακή του τύχη ένα βήμα απ’ τον γκρεμό. Με ευχαρίστησε με δάκρυα που του έσωσα τη ζωή. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, πάψαμε να είμαστε εχθροί και δώσαμε όρκο μεταξύ μας για παντοτινή φιλία» 
Την ώρα που τέλειωσε τα λόγια τούτα, η μάνα του είπε με τρεμάμενη φωνή: 
«Γιε μου, καλά σε δασκάλεψα τόσα χρόνια! Αυτό που έκανες ήταν στ’ αληθινά ξεχωριστό, γιατί κινδύνεψες τη ζωή σου για να σώσεις έναν άνθρωπο που είχε ορκιστεί το χαμό σου. Με το κατόρθωμά σου άλλαξες την οργή σε αγάπη και σκόρπισες το καλό στον κόσμο». 
Ύστερα, γύρισε και κοίταξε τους άλλους δυο και είπε: 
«Το δαχτυλίδι μου θα το πάρει ο μικρός, αυτή είν’ η απόφασή μου η στερνή. Κι εσείς που κάματε το καλό θα το βρείτε μπροστά σας». 
Ύστερα έκλεισε για πάντα τα μάτια της, και τα παιδιά της κατάλαβαν… 
Σαν πέρασαν τα χρόνια, τα τρία αδέρφια παντρεύτηκαν κι απόκτησαν κι αυτά παιδιά. Τα δασκάλεψαν με τη σειρά τους, όπως είχαν μάθει από τη μάνα τους, να συμπονάνε τους φτωχούς και να βοηθάνε τους ανήμπορους ανθρώπους. Όταν ήρθε η ώρα, ο μικρός αδερφός άφησε το δαχτυλίδι της μάνας του κληρονομιά σε μια από τις δικές του θυγατέρες. Τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια άφησαν κληρονομιά ακόμα πιο πολύτιμη στα δικά τους παιδιά τη μνήμη της γιαγιάς τους. Να θυμούνται και να λένε την ιστορία της πιο ξεχωριστής ιστορίας…

Πηγή: http://enakeimenomiaeikona.blogspot.gr
(Δημήτρης Προύσαλης, "Παραμύθια των παραμυθάδων", Εκδόσεις Απόπειρα)