Η κουρούνα

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά και δεν έκανε παιδιά και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει ένα παιδί κι ας ήταν και κουρούνα. Την άκουσε ο Θεός και της έδωκε μια κουρούνα. Μεγάλωσε η κουρούνα και την έστειλε να πλύνει. Της έβανε τη σκαφίδα στον ώμο, τα ρούχα και το καζάνι, και πέταξε η κουρούνα και πήγε στο ρέμα να πλύνει. Πριν ν’ αρχίσει το πλύσιμο, πήγε αποπίσω από ένα βράχο και γίνηκε γυναίκα. Και τι γυναίκα! Πεντάμορφη!
Άρχισε ύστερα να πλένει. Κει που έπλενε, πέρασε το βασιλόπουλο και πήγε και της γύρεψε νερό να πιει. Σαν την είδε το βασιλόπουλο πόσο όμορφη ήτανε, την αγάπησε. Πάει και κρύβεται μέσα σ’ ένα σκίνο και την κοίταζε. Σαν έπλυνε κείνη, έβανε τις φτερούγες της πάλι, γίνηκε κουρούνα, πήρε τα ρούχα τα πλυμένα, το καζάνι, τη σκαφίδα στην πλάτη της και πέταξε κι έφυγε. Το βασιλόπουλο τα είδε όλα αυτά, και πήγαινε κι αυτό από κοντά της. Σαν είδε πως μπήκε η κουρούνα στης γριάς το σπίτι, πάει και το βασιλόπουλο στη γριά και της λέει: «Εγώ θέλω να με δώσεις τη δυχατέρα σου γυναίκα.» Λέει η γριά: «Εγώ παιδάκι μου, μια κουρούνα μοναχά έχω, δεν δυχατέρα.» Και λέει το βασιλόπουλο: «Την κουρούνα κι εγώ θέλω.» – Τι να την κάμεις την κουρούνα; Να ‘τανε κανένα άλλο πουλί, να το σφάξεις να το φας. Τη μαύρη την κουρούνα τι να την κάμεις;» Και λέει το βασιλόπουλο: «Ή την κουρούνα ή θα σε σκοτώσω.» Η γριά όμως δεν την έδωνε.
Πάει τότες το βασιλόπουλο στον πατέρα του το βασιλιά και του λέει: «Εγώ, πατέρα, θέλω να πάρω γυναίκα μου μια κουρούνα, που έχει μια γριά. Και σε παρακαλώ να βιάσεις τη γριά να με τη δώσει.» Ο βασιλιάς όμως δεν ήθελε να πάρει το παιδί του την κουρούνα γυναίκα κι έβανε τους φίλους του γιου του να τον καταφέρουνε να του δώσουνε άλλη γυναίκα, κανένα όμορφο κορίτσι από σόι. Αυτό όμως και καλά και σώνει ήθελε να πάρει την κουρούνα. Τι να κάμει ο βασιλέας; Φωνάζει τη γριά στο παλάτι: «Να μας δώσεις», λέει, «γριά την κουρούνα. Την θέλει ο γιος μου γυναίκα.» Λέει η γριά: «Μα, τι να πάρει, παιδάκι μου, από μια κουρούνα;» Τη φοβερίξανε τη γριά. Τι να κάμει κι αυτή; Πάει και παίρνει την κουρούνα και την πήγε στο παλάτι. Την πήρε το βασιλόπουλο, γίνηκε ο γάμος τους. Κρατήσανε και τη γριά στο παλάτι.
Την Κυριακή θαλά πάνε στην εκκλησά. Ο γαμπρός έφυγε και του λέει η νύφη: «Άντε, σύρε εσύ, κι εγώ θα ‘ρθω από κοντά.»
Σαν έφυγε ο γαμπρός, η πεθερά της πήρε το καλάμι και την κοπανούσε την κουρούνα. «Ψοφίμα, ψοφίμα», της έλεγε.
Έφυγε κι η βασίλισσα και πήγε στην εκκλησά. Πιάνει κι η κουρούνα, βγάζει τα φτερά της, φοράει τα νυφιάτικα και πάει κι αυτή στην εκκλησά. Πήγε κι έκατσε κοντά στην πεθερά της. Κει που στεκότανε, την αρωτάει η πεθερά της: «Ποιανού είσαι;». Λέει αυτή: «Της Καλαμοδέρτινας η νύφη.» Την ξαναρώτησε πάλι σε λίγη ώρα η βασίλισσα: «Ποιά είσαι;» Λέει πάλι αυτή: «Της Καλαμοδέρτινας η νύφη.» Γυρίζει τότες η βασίλισσα και λέει στο γιο της: «Να, αυτή θαλά πάρεις. Δεν τα ‘χεις τα μάτια σου; Μοναχά πήγες και πήρες την ψοφίμα την κουρούνα;» Απόλυσε η εκκλησά. Έφυγε μπροστύτερα η κουρούνα, πήγε σπίτι, έβγαλε τα ρούχα της και γίνηκε πάλι κουρούνα.
Σε λίγες μέρες καλέσανε το βασιλόπουλο σ’ ένα γάμο. «Δεν έπαιρνες κείνη που ήρθε στην εκκλησά», του λέει η μάνα του, «μοναχά πήρες την κουρούνα; Τώρα με ποιόνε θα πας στο γάμο;» – «Μοναχός μου», λέει αυτός.
Έφυγε ο γαμπρός, πήγε στο γάμο. Η πεθερά της πάλι την άρχισε στο ξύλο την κουρούνα με το καλάμι. Ντύθηκε ύστερα κι η πεθερά της και πήγε στο γάμο. Γίνεται πάλι η κουρούνα γυναίκα, ντύθηκε άλλη καλή φορεσά και πήγε κι αυτή στο γάμο. Πήγε πάλι κοντά στην πεθερά της και κάθισε. Την αρώτησε πάλι η πεθερά: «Ποιά είσαι;» – «Της Καλαμοδέρτινας η νύφη», λέει αυτή. Λέει η πεθερά του γιου της: «Να, αυτήν θαλά πάρεις. Γιατί να πάρεις την κουρούνα;» Θύμωσε τότε κι ο γιος της και της λέει: «Τί με φαγώνεσαι; Αυτή είναι η γυναίκα μου που πήρα.» Λέει εκείνη: «Μα, γιατί στο σπίτι είναι κουρούνα;» – «Να!», λέει εκείνος, «τρέχα στο σπίτι να τα δεις τα φτερά της.»
Πάει στο σπίτι η πεθερά της, βρίσκει τα φτερά της, ανάβει το φούρνο και τα ‘βανε μέσα και τα ‘καψε. Ύστερα σα γύρισε κι η κουρούνα σπίτι, βλέπει πως καιγότανε τα φτερά της. Απ’ το κακό της έτρεξε να μπει κι εκείνη μες στο φούρνο να καεί. Την έπιασε η πεθερά της και δεν την άφηκε να μπει στο φούρνο. Μοναχά αυτηνής άρχιζε και πρηζότανε το κορμί της, γιατί της κάψανε το δέρμα της. Βάζει τότες η βασίλισσα τους υπηρέτες και την αλείψανε μέλι και γάλα και ξεπρήστηκε και γίνηκε καλά. Και ζήσανε από τότες καλά με τον άντρα της και με την πεθερά της κι εμείς καλύτερα.

Πηγή: https://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com
(Γιώργος Ιωάννου "Παραμύθια του λαού μας", Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα)