Το βασιλόπουλο και η ραφτοπούλα

Ήτανε μια φορά ένας ράφτης κι είχε μια κόρη όμορφη. Καθότανε λοιπόν η ραφτοπούλα μπρος στο παράθυρο του σπιτιού της κι έραφτε και κάθε μέρα πέρναγε από’ ξω το βασιλόπουλο και τήνε καλημέριζε. Ένα πρωί λοιπόν είχε πάει η ραφτοπούλα να κόψει σύκα από το περιβόλι. Πέρασε και το βασιλόπουλο από κάτου καβάλα, και καθώς η ραφτοπούλα ήτανε κοντά στη μάντρα, και τα μακριά της μαλλιά κρεμόντανε ίσαμε κάτου, πιάνει τη μία της πλεξούδα και της τήνε φιλεί. 

Το άλλο πρωί λοιπόν, σαν ξαναπέρασε πάλι το βασιλόπουλο από του ράφτη το σπίτι κι είδε τη ραφτοπούλα επάνου στο παράθυρο κι έραφτε, την καλημέρισε και της είπε: 
"Καλά ήταν τα γλυκόσυκα εις τη γλυκοσυκίτσα, 
καλά ήταν και τα δυο φιλιά στην δεξιά σου πλεξιδίτσα!"
Η καψερή η ραφτοπούλα να τ’ ακούσει αυτά, ντροπιάστηκε! «Πω πω!» κάνει «Άκου τι μου λέει τούτος μπροστά σ’ ούλο τον κόσμο και με χιλιορεζιλεύει!» 
Δεν είπε όμως τίποτις σε κανένα από τους δικούς της, μόνε κάθισε και περίμενε να ιδεί τι θα κάνει το βασιλόπουλο. Εκείνο τα ίδια. Κάθε πρωί περνούσε και της έλεγε: 
"Καλά ήταν τα γλυκόσυκα εις τη γλυκοσυκίτσα, 
καλά ήταν και τα δυο φιλιά στην δεξιά σου πλεξιδίτσα!"
Συλλογιότανε πια η ραφτοπούλα τι να κάνει, ώσπου στο τέλος αποφάσισε και πάει στον πατέρα της και του λέει: «Πατέρα, να μου πάρεις ένα καλό άλογο κι έναν ταμπουρά* και να μου κάνεις και μιαν αντρίκια φορεσιά». «Καλά, παιδί μου» της λέει ο πατέρας της. (Την αγαπούσε, βλέπεις, πολύ, γιατί την είχε μοναχή και της έκανε ό,τι του γύρευε).
Ντύνεται λοιπόν η ραφτοπούλα στ’ αντρίκια, καβαλάει πάνω στ’ άλογο, και πάει απ’ έξω από το παλάτι του βασιλιά, κι αρχινάει να βαράει τον ταμπουρά. Ακούει το βασιλόπουλο εκείνον τον ωραίο ταμπουρά, και ρωτάει να μάθει ποιος τόνε παίζει. «Ένα παιδί επάνω σ’ ένα άλογο που στέκεται εδώ από’ ξω» του λένε. «Πείτε του να’ μπει μέσα» λέει το βασιλόπουλο. 
Βάζουν τη ραφτοπούλα μέσα, και της λέει το βασιλόπουλο να παίξει τον ταμπουρά. Κάθεται εκείνη, παίζει κάμποσην ώρα. Πού ναν τήνε γνωρίσει το βασιλόπουλο: «Μου τόνε πουλάς τον ταμπουρά;» «Τόνε πουλάω, λέει εκείνη, μα όχι για λεφτά» «Αμ’ για τι λοιπόν;» «Όποιος θέλει να του δώσω τον ταμπουρά μου, πρέπει να φιλήσει τρεις φορές τα καπούλια του αλόγου μου» «Πω πω, λέει το βασιλόπουλο, εγώ, ένα βασιλόπουλο, να φιλήσω τα καπούλια τα’ αλόγου σου για έναν παλιοταμπουρά! Να σου δώσω όσα φλουριά θέλεις, και ναν τόνε πάρω» «Εγώ σου είπα πως για χρήματα δεν τόνε δίνω. Αν θέλεις να φιλήσεις τα καπούλια τ’ αλόγου μου, πάει καλά, ειδεμή, τόνε παίρνω και φεύγω». 
Τι να κάνει το βασιλόπουλο; Σκέφτηκε, σκέφτηκε… Ντρεπότανε, βλέπεις, να φιλήσει τα καπούλια τ’ αλόγου, μα έλα που ο ταμπουράς είχε μπει μες στην καρδιά του, κι ήθελε καλά και σώνει ναν τόνε πάρει; Στο τέλος πια λέει της ραφτοπούλας: «Αφού πια δεν δίνεις τον ταμπουρά μ’ άλλον τρόπο, θα κάνω ευτούνο που θέλεις, μόνο να πάμε λίγο παράμερα». Πήγε λοιπόν η ραφτοπούλα τ’ άλογο σε μιαν άκρια της αυλής, κι εκεί του φίλησε το βασιλόπουλο τα καπούλια του και πήρε τον ταμπουρά. 
Τ’ άλλο πρωί περνάει το βασιλόπουλο κάτω απ’ το παράθυρο της ραφτοπούλας και της λέει: 
"Καλά ήταν τα γλυκόσυκα εις τη γλυκοσυκίτσα, 
καλά ήταν και τα δυο φιλιά στην δεξιά σου πλεξιδίτσα!" 
Εκεί δεν χάνει καιρό, μόνε του αποκρίνεται στη στιγμή: 
"Καλός ήταν ο ταμπουράς, καλά ήταν τα τραγούδια, 
καλά ήταν και τα δυο φιλιά στ’ αλόγου τα καπούλια!" 
Το βασιλόπουλο ντροπιάστηκε πια, που δεν ήθελε τη ζωή του. «Μπρε τη στρίγγλα, λέει, αυτούνη μου τη σκάρωσε τούτηνε τη δουλειά!» 
Κάθισε λοιπόν κι έβανε με το μυαλό του, τι να κάνει για να τήνε καταστρέψει. Το άλλο πρωί πιάνει και στέλνει προξενιό στον πατέρα της. Σαν είδε ο ράφτης πως κοτζάμου βασιλόπουλο έστειλε προξενιό για την κόρη του, φοβήθηκε πως κάτι κακό θα τρέχει. Πάει στη θυγατέρα του και της λέει: «Μπρε, παιδάκι μου, το βασιλόπουλο μας έστειλε προξενιό, εμείς όμως δεν ταιριάζουμε για να συμπεθερέψουμε με τον βασιλιά. Μην του’ κανες τίποτε κακό και θέλει να σε χαλάσει;» «Έννοια σου, πατέρα μου, του λέει εκείνη, τέλειωσε εσύ τα προξενιά, κι εγώ είμαι εδώ για ούλα». 
Πήγε ο ράφτης, τέλειωσε τα προξενιά, και συμφωνήσαν να γίνει την Κυριακή ο γάμος. Μπαινόβγαινε πια ο γαμπρός στο σπίτι, έκανε πεσκέσα του πεθερού, της πεθεράς, της νύφης. Τους χάρισε διαμαντικά, μεταξωτά φουστάνια, του κόσμου τ’ αγαθά. 
Η ραφτοπούλα όμως δε γελιότανε. Το Σαββατόβραδο πιάνει και πλάθει μια κουτσούνα** από ζάχαρη κι αλεύρι, μεγάλη σαν άνθρωπο και ίδια μ’ ελόγου της. Της έβαψε τα μάγουλά της κόκκινα, τα φρύδια της μαύρα, την έκανε μια ωραία κοπέλα που νόμιζες πως ήτονε ζωντανή. Όταν λοιπόν κουβαλήσανε τα προικιά της νύφης στο παλάτι, έκρυψε η ραφτοπούλα την κουτσούνα μέσα σε μια κασέλα, κι έτσι τήνε κουβαλήσανε κι αυτήνε στο παλάτι. 
Έγινε την Κυριακή ο γάμος. Γύρισαν οι νιόνυφοι στεφανωμένοι στο παλάτι, έγιναν γλέντια, έγιναν χοροί. Καμιά φορά, την ώρα που ήταν να πάνε γαμπρός και νύφη στην κάμερή τους, σηκώνεται πρώτη η ραφτοπούλα και πάει στη νυφικιά κάμερη, και βγάζει την κουτσούνα από την κασέλα και τήνε ντύνει με τα νυφικά και τήνε ξαπλώνει στο κρεβάτι και τήνε κουκουλώνει και με τις μπατανίες, που’ λεγες πως ήταν άνθρωπος. Πιάνει ύστερα η ίδια και κρύβεται μέσα στην κασέλα. 
Καμιά φορά έρχεται και το βασιλόπουλο. Βλέπει την κουτσούνα στο κρεβάτι, και τήνε πέρασε πως ήταν η γυναίκα του. «Αχ, σκύλα, της λέει, εσύ μου κάθεσαι τώρα και μου καμαρώνεις, και λες πως με κατάφερες, μα κι εγώ, αυτή την ώρα περίμενα τόσον καιρό!» 
Αρπάζει λοιπόν το σπαθί του και το σηκώνει, και της καταφέρνει μια της κουτσούνας, και της παίρνει πέρα για πέρα το κεφάλι. Πιάνει ύστερα και γλείφει το σπαθί του «Μωρέ! λέει, γλυκιά σαν τη ζάχαρη ήτουνα!» 
Ξεπετάγεται εκείνη τη στιγμή η αληθινή η νύφη μέσα από την κασέλα και του λέει: 
"Ζαχαρένια κόρη στον θυμό σου 
κι εγώ στον ορισμό σου!" 
Να τήνε δει μπροστά του έτσι το βασιλόπουλο, που νόμιζε πως την είχε σφαγμένη σάστισε. Έλα όμως που του είχε περάσει ο θυμός του και δεν του’ κανε πια καρδιά ναν τήνε ξανασφάξει! Την αγκάλιασε πια, τήνε φίλησε κι αγαπηθήκανε! 
Το άλλο πρωί ο πατέρας κι η μάνα της ραφτοπούλας ήρθανε μπονόρα μπονόρα και σταθήκανε κάτω από το παλάτι, για να μάθουνε τα κακά μαντάτα της κόρης τους. Καμιά φορά βγαίνει το βασιλόπουλο από το παράθυρο κι αρχίνησε να τους πετάει από ένα χέρι, από ένα πόδι, από τη ζαχαρένια την κουτσούνα. «Πάρτε, να φάτε τα κομμάτια της κόρης σας», τους φωνάζει. 
Ε, βγήκε πια σε λίγο κι η ραφτοπούλα, και σαν την είδανε οι γονιοί της, πήγε η καρδιά στον τόπο της. Έτσι η όμορφη ραφτοπούλα με την ομορφιά της και την εξυπνάδα της πήρε το βασιλόπουλο άντρα, και ζήσανε κι οι δυο τους ζωή χαρισάμενη, που μακάρι να μας είχανε και μας στο παλάτι τους, να μας δίνανε κανένα κοκαλάκι!

  * Ταμπουράς = έγχορδο μουσικό όργανο
** Κουτσούνα = κούκλα

Πηγή: Μιχαήλ Μερακλής, Τα Παραμύθια μας, εκδ. Εντός, 2001

[Όπως σημειώνεται στο βιβλίο, πρόκειται για ένα παραμύθι το οποίο το βρίσκουμε στην Ελλάδα σε 52 παραλλαγές, και ακόμη στην Ισπανία και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής σε 37 παραλλαγές, στην Ιταλία σε 10 παραλλαγές και σε πολλές χώρες ακόμα σε λιγότερες παραλλαγές (Γαλλία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Κορσική, Μάλτα, Αίγυπτο, Υεμένη, Τουρκία)
Σχόλιο από http://chressida.blogspot.gr]