Η Μυγδαλιά κι ο Τζίντζιρας

Μια μέρα ένας φτωχός περνούσε στη γειτονιά του από έναν υφαντή και είδε μια μαύρη κότα δεμένη με κόκκινο σπάγγο στο αργαστήρι του. Όταν πήγε σπίτι του, άκουσε τη γειτόνισσα που φώναζε κι έλεγε ότι της πήραν τη μαύρη κότα και να το βρουν απ' το Θεό και άλλα. Αυτός της φώναξε και της είπε:

- Αν μου δώσεις δυο γρόσια, σου δείχνω εγώ πού είναι η κότα.
Και κείνη υποσχέθηκε και αφού έκαμε τούτος πως διάβαζε σε κάτι βιβλία, της είπε:
- Την ήβρα! Είναι στο τάδε αργαστήρι και τρέξε.
Αυτή έτρεξε και την ήβρε και του έδωκε τα δυο γρόσια. Τότε του λέει η δική του η γυναίκα:
- Σαν καλή δουλειά είναι αυτή. Να γίνεις μαντολόης.
Κι αυτός αποφάσισε να γίνει μαντολόης και να λέει μαντολογίες.
Εκεί που κάθονταν στο σταυροδρόμι μια μέρα, πέρασαν οι δούλοι του βασιλιά και τον ρώτησαν κι αυτοί τι θ' αποχτήσει η βασίλισσα, κορίτσι ή παιδί. Κι αυτός, επειδή δεν ήξερε τι να πει, έκανε πως διάβαζε ένα βιβλίο κ' έλεγε ολοένα:
- Παιδί, κορίτσι, παιδί, κορίτσι...
Και κείνοι βαρέθηκαν να τον ακούν κ' έφυγαν.
Καταλαχού, όταν γέννησε η βασίλισσα, έκαμε και παιδί και κορίτσι, διδυμάρικα. Τότε θυμήθηκαν οι δούλοι το μαντολόη και είπαν του βασιλιά, τι τους είχε πει.
Αυτές τις μέρες του χαν κλέψει του βασιλιά την κάσα και, σαν έμαθε έτσι για το μαντολόη, έστειλε και τον έφερε με μεγάλη τιμή και παράταξη, με στρατό, με μουσικές.
Ο καημένος ο μαντολόης έτρεμε απ' το φόβο του, αλλά τι να κάνει. Πού ήξερε κείνος ποιος πάτησε την κάσα!
Πέρασε μια μέρα, δυο, τρεις, τίποτα. Μια βραδιά ζήτησε και του πήγανε ένα πιάτο μύγδαλα, τά σπανε κ' έτρωγε. Εκεί οι κλέφτες ήταν τρεις. Ο ένας ήταν απόξω στην πόρτα και παραφύλαγε να ιδεί, αν θα μαντέψει σωστά. Αφού έφαγε πολλά μύγδαλα, νύσταξε ο μαντολόης κ' είπε:
- Ήρθε ο πρώτος (ο ύπνος μαθέ).
Εκείνος που ήταν απόξω, ν' ακούσει αυτά τα λόγια, φοβήθηκε. πάει και λέει στους άλλους:
- Ορέ παιδιά, μας κατάλαβε ο μαντολόης. Πήγα απόξω από την κάμαρη κι άκουσα κ' έλεγε: "Ήρθε ο πρώτος"
Αυτοί δεν πίστεψαν και πήγε ο δεύτερος πίσω στην πόρτα. Ο μαντολόης ξύπνησε κ' έσπανε πάλι τα μύγδαλα κ έτρωγε. Νύσταξε πάλι κ' είπε:
- Ήρθε ο δεύτερος.
Αυτός που τ' άκουσε, πήγε και τό πε στους άλλους.
- Με κατάλαβε και μένα, τους λέει. Πήγα κ' εγώ κι άκουσα κ' είπε "Ήρθε ο δεύτερος".
Πήγε κι ο τρίτος να ιδεί. Ο μάγος πάλι ξύπνησε κ' έσπανε μύγδαλα κ' έτρωγε. Νύσταξε πάλι κ' είπε:
- Ήρθε και της στραβής ο γιος (ο τρίτος ύπνος μαθέ).
Πήγε κι αυτός και το είπε:
- Μας κατάλαβε ο σατανάς ο μαντολόης.
Πήγαν τότε όλοι και βρόντηξςν την πόρτα κ' είπαν του μαντολόη:
- Ξέρουμε ότι είσαι καλός μάγος και μας βρήκες και τους τρεις, μόνο μην τύχει και μας προδόσεις στο βασιλιά και θα σου δείξουμε πού έχουμε την κάσα.
Πήγαν και του έδειξαν. Πέρασαν κάμποσες μέρες. Ο βασιλιάς τον ρώτησε:
- Ε μαντολόη, κατάλαβες τίποτα;
- Κάτι κατάλαβα, του λέει. Δώσ' μου ένα δούλο να σκάψω. Του έδωκε δούλο, πάει σ' ένα μέρος του περβολιού, σκάφτουν, ήβραν την κάσα απείραχτη, γεμάτη φλουριά και χάρηκεν ο βασιλιάς και του έδωκε λογιών των λογιών δώρα. Και αφού έφαγαν το γεύμα μαζί, τον πήρα και βγήκαν στον κήπο. Εκεί που περπατούσαν, ο βασιλιά άρπαξε από μια μυγδαλιά ένα τζίντζιρα στο χέρι και του λέει:
- Αν είσαι αληθηνός μαντολόηςν να ιδούμε τι θα πεις. Τι έχω εδώ στο χέρι;
Ο καημένος ο μαντολόης που τον έλεγαν στο όνομά του Τζίντζιρα και τη γυναίκα του Μυγδαλιά, είπε τότε φοβισμένος και τρομαγμένος:
- Χαλάλι σου, Τζίντζιρα, που σ' άφησεν η Μυγδαλιά κ' έπεσες στα χέρια του βασιλιά!
Ο βασιλιά πάντεχε που έλεγε για τον τζίντζιρα που είχε στο χέρι και τη μυγδαλιά που τον πήρέ και χάρηκε πολύ και του έδωκε πολύ χρυσάφι και πάει πια στο σπίτι του κ' έζησε καλά κι ακόμα καλύτερα.

Πηγή: Ελληνικά παραμύθια. Εκλογή Γ. Α. Μέγα.