Ο Μικροκωνσταντάκης (Η μάνα φόνισσα)

Κωστάκης να που κίνησε, στο δάσκαλο να πάει
κι ο δάσκαλος τον γύρισε πίσω να γιοματίσει.
Στο δρόμο που επήγαινε, στο δρόμο που πααίνει,
βρήκε τη μάνα τ’ που έπαιζε με τρία παλικάρια.
-Έννοια σου, μάνα μ’, έννοια σου, εγώ θα μαρτυρήσω.
-Τι είδες, βρε Κωστάκη μου και θα το μαρτυρήσεις;


-Τι έιδα μαύρη, μάνα μου, τι άκουσαν τ’ αυτιά μου.

Το μάχαιρο της έβγαλε, τον Κώστα για να κόψει,
τα σκώτια του τα έπαιρνε, στο μάειρα να πάει
κι ο μάειρας τα γνώρισε που ήταν του Κωστάκη.
Να κι ο Γιαννάκης έρχεται με τ’ άλογο καβάλα.
-Γυναίκα, που ‘ναι το παιδί, ο γιός μας ο Κωστάκης;
-Τον έλουσα, τον χτένισα και στη γιαγιά πηγαίνει.
Βιτσιά βαρεί το άλογο και στη γιαγιά πηγαίνει.
-Γιαγιά μου, που ‘ναι το παιδί, ο γιός μου ο Κωστάκης;
-Τρείς μέρες έχω να τον δω και τρεις να τον φιλήσω.
Βιτσιά βαρεί το άλογο, στο σπίτι του πααίνει.
-Γυναίκα, που ‘ναι το παιδί, ο γιός μου ο Κωστάκης;
Τον έλουσα, τον χτένισα, στο δάσκαλο πααίνει.
Βιτσιά βαρεί το άλογο, στο δάσκαλο πααίνει.
-Δάσκαλε, που ‘ναι το παιδί, ο γιός μου ο Κωστάκης;
-Τρεις μέρες έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω
κι αν δε φανεί και σήμερα, θέλω να τον ξεγράψω.
Βιτσιά βαρεί το άλογο, στο σπίτι του πηγαίνει.
-Έλα άντρα μ’, να φας, σκώτια μαγειρεμένα.
Και με την πρώτη πιρουνιά τα σκώτια απιλόενται:
-Αν είσαι Τούρκος, φάγε με, εχθρός κατάρασε με,
αν είσαι συ πατέρας μου, σκύψε και φίλησε με,
κι αν είσαι συ η μανούλα μου, Τούρκα θε να πεθάνεις.
Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε, στο μύλο την πααίνει.
-Άλεσε, μύλε, άλεσε της λυγερής κεφάλι,
για να τ’ ακούσει ο ντουνιάς, να μην το κάνει άλλη.


(Παραλλαγή από το Γερακάρι Κάλαμπάκας)
Πηγή: http://laikiparadosi.wordpress.com