Η υπεροψία.

(Βαλκάνια)

Ένας κόκορας, φουσκώνοντας από περηφάνια, διαλαλούσε: «Αν ο Ήλιος κάθε πρωί αφήνει το ζεστό κρεβάτι του πάνω στα σύννεφα, σε μένα το χρωστάτε, που τον ξυπνώ με το λάλημά μου! Αν δεν ήμουν εγώ, ολόκληρη η γη θα υπέφερε από το κρύο!». Μια νύχτα επισκέφτηκε το κοτέτσι η αλεπού. Άρπαξε δυο κότες και σαν να μην έφτανε αυτό, προσπάθησε να σκοτώσει και τον ψωροπερήφανο κόκορα. Εκείνος πάλεψε γενναία για τη ζωή του, μέχρι που η αλεπού άκουσε τους σκύλους και το βαλε στα πόδια. Ο κόκορας όμως ήταν σε κακά χάλια.
Τα φτερά του είχαν χάσει το ζωντανό τους χρώμα και πονούσαν τόσο τα κόκαλά του, που κούρνιασε ο ταλαίπωρος σε μια γωνιά του κοτετσιού. Μετά από λίγε μέρες, ο κόκορας έγινε καλά, αλλά μαζί με τη δύναμή του, ξαναβρήκε την αυτοπεποίθηση και την υπεροψία του. Έτσι άρχισε πάλι να εξυμνεί τα δικαιώματά του πάνω στον Ήλιο. Ένα κοράκι, που βαρέθηκε να τον ακούει, τον διέκοψε λέγοντας: «Φίλε μου, μας είχες πείσει ότι ο Ήλιος βγαίνει και λάμπει χάρη σε σένα, αλλά μάθε ότι όταν εσύ ήσουν άρρωστος, ο Ήλιος έβγαινε όπως κάθε μέρα». «Μα φυσικά!», απάντησε ο κόκορας. «Έχω εκπαιδεύσει τόσο καλά τον γέρο-Ήλιο, που δεν τεμπελιάζει στο κρεβάτι του!»
  
(Παραμύθι από τα Βαλκάνια)
Κάθε μέρα ένα παραμύθι, Εκδ. οίκος Π. Τραυλος