Η διαθήκη.

(Λαϊκό παραμύθι των Τατάρων. Νότια Ρωσία)

Σ' ένα χωριό ζούσε κάποτε ένας φτωχός γέροντας που είχε ένα γιο, τον Αχμέτ. Σαν ήρθε η ώρα του γέροντα να πεθάνει, φώναξε κοντά του το γιο του.
«Γιόκα μου», του είπε, «θέλω πριν πεθάνω να σου αφήσω μια διαθήκη.»

Παραξενεύτηκε ο γιος.

Τι διαθήκη, σκέφτηκε, μπορεί να μου αφήσει ο φτωχός μου πατέρας, αφού σ’ ολόκληρη τη ζωή του δούλευε χωρίς σταματημό, μα περιουσία δεν απόκτησε;    

Και ο γέροντας αναστέναξε και είπε:

«Θέλω σε κάθε ένα από τα γειτονικά χωριά να έχεις ένα σπίτι.»

Τα λόγια αυτά έκαναν τον Αχμέτ πιο αμήχανο.

Τι σπίτια, σκέφτηκε, αφού κι αυτό που ζούμε τώρα, μέχρι αύριο μπορεί να έχει γκρεμιστεί;

Και συνέχισε ο γέροντας:

«Μη βιάζεσαι να χαιρετήσεις πρώτος τους ανθρώπους, άφησε να σε χαιρετήσουν εκείνοι πρώτα. Τότε θα βγάζεις εσύ το καπέλο σου και θα χαιρετάς.»

Σκέφτηκε ο γιος: Πολύ άσχημα είναι ο φτωχός ο πατέρας μου. Πώς μπορώ να κάνω αυτά που μου λέει; Από την πρώτη κιόλας μέρα θα με παραμερίσουν όλοι οι γείτονες και θα με πούνε άξεστο.

Ο γέροντας έπιασε το χέρι του γιου του.

«Κι η τελευταία μου εντολή», είπε, «είναι να τρως πάντα καλό και νόστιμο φαγητό…»

Ήθελε κάτι ακόμα να προσθέσει, δεν πρόλαβε όμως, γιατί ξεψύχησε.

Έκλαψε ο Αχμέτ, θρήνησε, όμως η δουλειά δεν περιμένει. Ήρθε η ώρα να πάει στο χωράφι, να οργώσει και να σβαρνίσει. Έζεψε την κοκαλιάρικη φοράδα του και ξεκίνησε. Κοιτάζει στο δρόμο, περπατούν άνθρωποι. Κανείς δεν είναι ξένος, όλοι τον γνωρίζουν από μικρό παιδί, όλους πρέπει να τους χαιρετήσει πρώτος. Και η διαθήκη του πατέρα; Κι αυτήν δεν πρέπει να την παραβεί. Γύρισε ο Αχμέτ στο σπίτι, κάθισε στο τραπέζι και μονολογούσε:

«Και τι ετοιμάστηκα να πάω στο χωράφι; Ο πατέρας πρώτ’ απ’ όλα μου έδωσε εντολή να φροντίσω να έχω ένα σπίτι σε κάθε χωριό.»    

Τότε βρέθηκε σε δύσκολη θέση, γιατί ήθελε να φάει. Βρήκε ο Αχμέτ ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί. Καθώς όμως ετοιμαζόταν να το δαγκώσει, θυμήθηκε ότι ο πατέρας του τον πρόσταξε να τρώει νόστιμο φαγητό, κι αυτό το ψωμί ήταν το μισό από άχυρο.

Ήρθε κιόλας το βράδυ, και ο Αχμέτ όλο και συλλογιζόταν πώς να ζήσει από εδώ κι εμπρός. Ξάφνου άκουσε πως κάποιος χτυπούσε το παράθυρο. Άνοιξε και στο σπίτι μπήκε ένας ξένος, σκονισμένος απ’ την κορφή ως τα νύχια απ’ το πολύ περπάτημα και μ’ έναν άδειο ντορβά περασμένο στους ώμους.

«Πέρασε, καλέ μου άνθρωπε», του λέει ο Αχμέτ, «καλώς όρισες. Το τζάκι μου είναι πάντα αναμμένο. Όμως μόνο κέρασμα μη μου ζητήσεις: εκτός απ’ αυτήν τη μπαγιάτικη κόρα ψωμί, δεν υπάρχει τίποτε άλλο στο σπίτι.»

«Γιατί συμβαίνει αυτό;» ρωτάει ο ξένος.

«Ζω με την ευλογία του πατέρα μου», απαντάει ο Αχμέτ. «Όμως κι αυτήν την κόρα δεν πρέπει να τη δαγκώσω. Ο πατέρας είπε στη διαθήκη του να τρώω καλό και νόστιμο φαγητό. Και στο χωράφι δεν πρέπει να πηγαίνω. Ο πατέρας με πρόσταξε να μη χαιρετάω κανέναν πρώτος, όμως δεν μπορείς να προσπερνάς όλους τους καλούς ανθρώπους, ούτε να τους αποφεύγεις. Και πώς να πάω στο χωράφι, αφού πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να φροντίσω να αποκτήσω ένα σπίτι σε κάθε χωριό;»

Χαμογέλασε ο ξένος.

«Καλός άνθρωπος ήταν ο πατέρας σου», είπε, «έξυπνος άνθρωπος. Κι εσύ είσαι γιος αφοσιωμένος κι αντάξιος του πατέρα σου. Όμως δεν κατάλαβες τι ήθελε να πει. Άκουσε τι θα σου πω: ξάπλωσε τώρα να κοιμηθείς, και το πρωί σήκω τα χαράματα και πήγαινε στο χωράφι. Για τα υπόλοιπα μη στενοχωριέσαι. Όλα θά ’ρθουν από μόνα τους.»

Δεν είχαν ακόμα σβήσει τ’ άστρα κι ο Αχμέτ ήταν κιόλας στο πόδι. Με μεγάλη προσοχή βγήκε απ’ την αυλόπορτα. Κοιτάζει, δεν ήταν κανείς. Προχωράει λίγο, κανείς. Είχε κιόλας αφήσει πίσω του το χωριό δίχως να συναντήσει κανέναν. Χάρηκε ο Αχμέτ. Ή ήμουν τυχερός, σκέφτηκε, ή ξύπνησα πρώτος απ’ όλους στο χωριό. Πρέπει και αύριο να κάνω το ίδιο.

Μέχρι το μεσημέρι όργωσε το χωραφάκι του, το σβάρνισε, έσπειρε το σπόρο. Ένιωσε ακόμα πιο χαρούμενος. Ήθελε να ξαπλώσει σε μιαν άκρη να ξαποστάσει λιγάκι, όμως είδε πως ερχόταν προς το μέρος του ένας άνθρωπος. Φοβήθηκε ο Αχμέτ. Τώρα οπωσδήποτε θ’ αναγκαστώ να χαιρετήσω πρώτος! Και ήθελε κάπου να κρυφτεί. Πού όμως; Ο άνθρωπος έβγαλε ο ίδιος το καπέλο του.

«Γεια σου», λέει, «πολύ όμορφα δουλεύεις. Εμένα όμως ψόφησε το άλογό μου. Τώρα και το χωραφάκι μου δεν οργώθηκε, κι ο σπόρος έμεινε άσπαρτος κι όπως φαίνεται και τα παιδάκια μου θα μείνουν όλο το χειμώνα χωρίς ψωμί.»

«Δεν θα γίνει αυτό», λέει ο Αχμέτ. «Πού είναι το χωράφι σου;»

«Να το εκεί, πέρα απ’ το δρόμο, κοντά στο γειτονικό χωριό.» Τράβηξαν κατά ’κει.

Ο ήλιος έγερνε στη δύση, όταν ο Αχμέτ με τον καινούργιο του φίλο έριξαν στη γη τους τελευταίους σπόρους και σκούπισαν επιτέλους τον ιδρώτα τους.

«Πώς να σ’ ευχαριστήσω;» αναρωτιόταν ο φίλος. «Δεν μπορώ να σ’ αφήσω να φύγεις έτσι, Αχμέτ. Πάμε στο σπίτι μου. Μα τι λέω! Από σήμερα το σπίτι μου είναι και δικό σου. Οι πόρτες του θα είναι πάντα ανοιχτές για σένα.»

«Σήμερα δεν μπορώ», λέει ο Αχμέτ, «πρέπει να προφτάσω να γυρίσω στο χωριό πριν σκοτεινιάσει. Όμως τώρα έχω στο χωριό σας ένα σπίτι κι αυτό είναι που μετράει.»

«Τότε κάνε μου τη χάρη και πάρε αυτή την πίτα για το δρόμο. Είναι φτιαγμένη από τους ίδιους σπόρους, από το ίδιο στάρι που σπείραμε σήμερα.»

Γύρισε ο Αχμέτ στο σπίτι. Κάθισε στο τραπέζι. Άρχισε να μασά την πίτα και να θυμάται τη διαθήκη του πατέρα του. Θυμήθηκε τότε και τη συμβουλή του ξένου. Κι η πίτα, μετά από μια τόσο κουραστική μέρα, πόσο νόστιμη του φάνηκε, πιο γλυκιά κι από μέλι!    

Κι έτσι από εκείνη τη μέρα πρώτος πήγαινε στο χωράφι ο Αχμέτ και τελευταίος γυρνούσε στο χωριό. Κι ο κόσμος όλα τα προσέχει κι αγαπά τους καλούς κι εργατικούς. Ο καθένας χαιρόταν να χαιρετάει τον Αχμέτ, να τον ρωτάει για την υγεία του.



«Το χρυσό άρμα. Λαϊκά Παραμύθια των Τατάρων», αφήγηση Β. Μπογιαρίνοφ, εικονογράφηση Μ. Μάγιοφις, μτφ. Πέρσας Ντούπη, Εκδ. «Μαλίς» (Μόσχα) και «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1989, σ. 7-10