Ο παλαβός κι ο φρόνιμος.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέρφια. Ο ένας όμως ήταν παλαβός κι ο άλλος φρόνιμος. Μια μέρα λέει ο παλαβός: 
- Εγώ δεν πάω για τα πρόβατα!
Βρε καλέ, βρε χρυσέ μου, προσπάθησε να τον μεταπείσει ο φρόνιμος, τίποτ’ αυτός. Εκεί. Στήλιωσε τα ποδάρια και κοίταε πέρα. Παλαβός άνθρωπος.
Τι να κάμει κι ο φρόνιμος;
- Θα πάω εγώ! είπε. Αλλά να φτιάξεις κουρκούτη και να ταΐσεις τη γριά. Κοίτα μην αφήσεις τη μάνα νηστικιά!

Έφυγε ο φρόνιμος κι έπιασε ο παλαβός να φτιάξει κουρκούτη.
Γέμισε τον τέντζερη νερό κι έβαλε μέσα μια χούφτα αλεύρι. Ανακάτευε κι ανακάτευε, γίνεται κουρκούτη με ψέματα; Χόχλασε το νερό στον τέντζερη, πήρε ένα κουτάλι ο παλαβός κι άρχισε να ταΐζει τη γριά.
- Φάε!…
Τι να φάει;
Προσπάθησε η γριά ν’ αντισταθεί, ανήμπορη ήταν, δε μπορούσε πολλά…
- Δε θέλεις; λέει ο παλαβός. Θα φας, θέλεις δε θέλεις!
Και δόστης ζεματιστό νερό της γριάς, κουρκούτη τάχα, και δόστης, άνοιγε το στόμα της και της το έχωνε στο λαρύγγι, την έπνιξε τη γριά, την ζεμάτισε…
Πέθανε η γριά.
Ήρθε κι ο φρόνιμος το βράδυ…
- Τι κάνει η μάνα;
- Γνέθει!
- Γνέθει η μάνα;
Την είχε στήσει στο παραγώνι και της έβαλε μια ρόκα και το μαλλί, σα να έγνεθε. Κοίταζε, κοίταζε ο φρόνιμος, θαύμασε! Τόσος καιρός που ήτανε παράλυτη η γριά!… Την έκαμε καλά τούτος ο διάτανος;
Ήρθε όμως η άλλη μέρα, κάνει έτσι ο φρόνιμος, τι να δει!… Πεθαμένη η γριά!
Με τα πολλά κίνησαν να τη θάψουν.
- Πάω εγώ να σκάψω το λάκκο, λέει ο φρόνιμος. Φέρε τη μάνα εσύ.
Κόβει στην πλάτη ο παλαβός τη γριά και πήγαινε, αλλά πιο κάτω κουράστηκε.
Λέει:
- Ορέ γιατί να σκοτώνομαι;
Κι αφήνει κάτω τη γριά και την τράβαγε απ’ το ποδάρι.
Αλλά καθώς πήγαινε, της βγήκε το τσουράπι της γριάς κι αυτός μήτε που το κατάλαβε. Φτάνει στο νεκροταφείο…
- Την έφερα, λέει του φρόνιμου.
Κάνει έτσι ο φρόνιμος, τι να ιδεί!… Ένα τσουράπι!
- Μωρέ! Τι την έκαμες τη μάνα; Την έχασες;
Παίρνει ο ένας από δω κι άλλος από κει να βρούνε τη γριά σάμπως ήξερε από πού πέρασε ο παλαβός;
Πήγε, πήγε, βλέπει ο παλαβός πάνω σε μια συκιά μια γριά που έτρωγε σύκα.
- Εγώ σε ψάχνω κι εσύ τρως σύκα; είπε αγανακτισμένος.
Πιάνει μια στουμπιά, σημαδεύει, την βρίσκει κατακέφαλα, πάρτην κάτω τη γριά…
Την κόβει στον ώμο και καταϊδρωμένος φτάνει στο νεκροταφείο. Ο φρόνιμος είχε βρει όμως στο μονοπάτι τη μάνα τους και την έθαβε. Βλέπει να του κουβαλάει ο παλαβός κι άλλη γριά, κατάλαβε!
- Τι έκαμες μωρέ αθεόφοβε! Λέει.
Τι να κάμει; Θα τους έκλειναν φυλακή! Θάβουν και την άλλη γριά.
Γύρισαν στο σπίτι και δεν το είπανε πουθενά. Πέρναγε ο καιρός, ήρθε ώρα να παντρευτεί ο φρόνιμος και τούκαμαν προξενιό σ’ ένα χωριό.
Κίνησαν μια μέρα κι οι δύο, ο φρόνιμος μπροστά κι ο παλαβός από πίσω και του λέει ο φρόνιμος:
- Πάρ’ την πόρτα κοντά σου!
Εννοούσε «κλείσε την πόρτα» του σπιτιού. Αλλά ο παλαβός το πήρε κατά λέξη το πράμα και αντί να κλείσει την πόρτα, την έβγαλε, την κόβει στον ώμο και πάει. Άφησε και το σπίτι ανοιχτό…
Κάποια στιγμή γυρίζει ο φρόνιμος και βλέπει, τι να δει;
- Μωρέ!…
- Έτσι δε μου ‘πες;
Τι να του πει; Τίποτα δεν του είπε! Τον άφησε μάλιστα να την κουβαλάει. Δεν θα κουραστεί; Σκέφτηκε.
Πήγαιναν και πήγαιναν, κουράστηκαν κάποια ώρα κι έκατσαν σ’ ένα μεγάλο πλάτανο από κάτω να ξεκουραστούν. Αλλά – σου λέει – μην κοιμηθούμε και ’ρθει κανένας και μας κλέψει, δεν ανεβαίνουμε στα κλαδιά;
Κι ανέβηκαν στα κλαδιά, στέριωσαν την πόρτα και το ’στρωσαν στον ύπνο για να ξεκουραστούν.
Κάποια ώρα ξυπνάνε, κοιτάνε κάτω και τι να δουν! Ένα τσούρμο κλέφτες που κοιμόντανε στον ίσκιο!…
Ο παλαβός είδε έναν χειρόμυλο που γυάλιζε σ’ ένα σακούλι και λέει:
- Θα κατέβω να πάρω τον χειρόμυλο!
- Μη, αδερφέ, θα μας δούνε και θα μας σκοτώσουν!
Πού ν’ ακούσει αυτός!
Κατεβαίνει σιγά – σιγά και πατώντας στα νύχια, πάει παίρνει τον χειρόμυλο, σκαρφάλωσε πάλι και κάθονταν.
- Θα τους κατουρήσω!… λέει κάποια στιγμή.
- Μη, αδερφέ, θα μας σκοτώσουν!
Τίποτ’ αυτός!
Και στ’ αλήθεια «τσουουουουουρ» τους κατούρησε.
Ξύπνησαν αυτοί και λέει ένας:
- Άϊιιιι!… Δροσούλα πέφτει!…
Κι έκαμε μια έτσι με το χέρι και νίφτηκε…
Δεν πέρασε πολλή ώρα και λέει πάλι ο παλαβός:
- Έχω σωματική ανάγκη!
- Κρατήσου αδερφέ! Θα μας δούνε και θα μας σκοτώσουν!
Πού να κρατηθεί, παλαβός άνθρωπος!
Μια και δυό…
Κλατς – κλατς…
Λέει ένας:
- Μικρός κόρακας πέρασε, μεγάλη κοτσιλιά έκαμε! Κι έγειρε στο άλλο πλευρό να συνεχίσει τον ύπνο του.
Πέρασε λίγη ώρα. Και λέει ο παλαβός:
- Θ’ αμολήσω τον χειρόμυλο!
- Μη αδερφέ, θα μας σκοτώσουν! Δε βλέπεις πού ’ναι κλέφτες κι εγκληματίες;
Πού ν’ ακούσει ο παλαβός! Αμολάει τον χειρόμυλο, αλλά καθώς έπεφτε από κλαδί σε κλαδί…
- Αστραπή πέφτει… λέει κάποιος.
- Κεραυνός… λέει άλλος.
Και το βάζουν στα πόδια.
Κατέβηκαν τότε από τον πλάτανο τα δυο αδέρφια και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Κατά το βράδυ έφθασαν στο χωριό της νύφης.
Προτού πάνε στους συμπεθέρους, λέει ο φρόνιμος στον παλαβό:
- Να μη φας, άμα δεν σου κουνήσω εγώ το ποδάρι.
Ήξερε, βλέπεις, ότι άμα καθότανε στο τραπέζι, έτρωγε του σκασμού.
- Εντάξει;
- Εντάξει!
Τους καλοδέχτηκαν, είπανε το ’να, είπανε τ’ άλλο, κάτσανε στο τραπέζι, άρχισαν όλοι να τρώνε, ο παλαβός, όπως του είπε ο αδερφός του, μόνο κοίταε…
- Φάε συμπέθερε! επέμειναν.
Τίποτα.
- Φάε!
Τίποτα.
Περίμενε ο φρόνιμος να σωθούνε κάπως τα φαγητά, να μη βρίσκει ο παλαβός πληθώρα να χλαπακιάζει και μετά να του κουνήσει το ποδάρι.
Αλλά, πέρασ’ η γάτα κάτω απ’ το τραπέζι και τον κούνησε στο ποδάρι τον παλαβό.
Ε ρε κι αρπάζει το πιρούνι…
Και χλάπα και χλούπα καταβρόχθιζε ό,τι έβρισκε μπρος του. Μάταια ο φρόνιμος πάσχιζε να τον σταματήσει. Ο παλαβός δεν χαμπάριαζε τίποτα πια. Φούσκωσε, φούσκωσε και ξεφύσαγε. Παρόλ’ αυτά δεν είχε προλάβει να χορτάσει.
Δεν ξεκίνησε, βλέπεις, να τρώει απ’ την αρχή!…
Κι όταν πήγανε για ύπνο, σηκώθηκε στο σκοτάδι κι ακροπατώντας πάει στον αδερφό του, τον σκουντάει και του λέει:
- Αδερφέ, πεινάω!
- Σκάσε! του λέει ο φρόνιμος.
- Αδερφέ, πεινάω!
Τι να κάμει;
- Εκεί δίπλα στο τζάκι, του λέει, που κοιμάται η βάβω, έχει μυζήθρα. Τράβα και φάε! Αλλά σιγά!… Μη σ’ ακούσουν!
Πάει ο φρόνιμος, βρίσκει τη μυζήθρα κι έκατσε να τρώει.
Κι εκεί που έτρωγε… «βζίιιιιγκ» της έφυγε μία της βάβως!
- Τι; Θέλεις κι εσύ; λέει ο παλαβός νομίζοντας πως η βάβω του είπε σιγανά «πεινάω».
- Πάρε!
Και βάλθηκε να ταΐζει τη γριά μυζήθρα και να της μπήχνει στο στόμα με το πλουχέρι. Την έσκασε τη γριά.
Κι αφού τελείωσε…
Πήγε και ξάπλωσε δίπλα στον αδερφό του.
Δεν πέρασε λίγη ώρα…
- Αδερφέ, του λέει ψιθυριστά. Θέλω να κατουρήσω!
Τι να κάμει;
- Τράβα του λέει στο μπαλκόνι, αλλά να κατουρήσεις δεξιά μεριά. Στ’ αριστερά είναι τα μελίσσια και θα πάθεις καμιά ζημιά.
Βγαίνει ο παλαβός στο μπαλκόνι, αλλά τα μπέρδεψε κι αντί δεξιά, πάει αριστερά. «Τσούουουουρ»… πάνω στα μελίσσια.
Πετάχτηκαν οι μέλισσες και τον τσίμπησαν στ’ απατό του.
Κρατήθηκε να μη φωνάζει, αλλά τι να κάμει;
Πάει στον αδερφό του:
- Το και το!… Πονάει τ’ απατό μου!…
Μπιλιάς!…
- Τράβα, του λέει, στην αποθήκη, να βρεις ξύδι, να βάλεις απάνω και θα σου περάσει.
Πήγε ο παλαβός στο μισοσκόταδο, βρήκε το ξύδι, αλλά τόσο πόναγε, αντί να ρίξει απάνω, έβαλε τ’ απατό του μέσα στο μπουκάλι κι ανακουφίζονταν.
Αλλά, έτσι που το ’χε, πρήστηκε κι αφού πρήστηκε, δε μπόραε να το βγάλει τράβαγε, τράβαγε, πού να βγει!…
Πάει πάλι στον φρόνιμο.
- Αδερφέ, ξύπνα!… Το και το!… Πάει τ’ απατό μου!…
Ρε, μπιλιάς!…
- Τράβα, του λέει, εκειδά, στο παραθύρι και χτύπα το μπουκάλι στη γωνία, να σπάσει.
Πάει ο παλαβός, όμως αντί να βαρέσει το μπουκάλι στη γωνία, στο παραθύρι, το χτύπαγε στο κεφάλι του συμπέθερου, που κοιμότανε σ’ ένα κρεβατάκι, δίπλα.
Κι έτσι όπως χτύπαε το μπουκάλι στο κεφάλι του συμπέθερου, πάει ο συμπέθερος!…
Πετάγεται ο φρόνιμος απάνω, πάει στη γωνιά, βρίσκει τη βάβω τέζα, πάει στο παραθύρι, βρίσκει τον συμπέθερο τέζα, φεύγετε να φεύγουμε. Παίρνει τον αδερφό του, τον παλαβό, πηδάνε απ’ το μπαλκόνι, απ’ την άλλη μεριά, όχι απ’ τα μελίσσια κι όπου φύγει – φύγει…
Κι από τότε κανείς δεν ξανάκουσε, ούτε για τον παλαβό, ούτε για τον φρόνιμο.

Πηγή: http://agriniovoice.gr