Ο γάμος του ποντικού.

(Αιθιοπία)

Πριν από πολλά πολλά χρόνια γεννήθηκε ένας όμορφος λευκός ποντικός. Οσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφος γινόταν. Ολοι τον θαύμαζαν και τον καμάρωναν. Οι γονείς του και οι φίλοι του αναρωτιούνταν: «Είναι τόσο χαριτωμένος κι ευγενικός! Πού θα βρούμε νύφη αντάξιά του;». Το σκέφτηκαν από δω, το σκέφτηκαν από κει και αποφάσισαν ότι μόνο στην οικογένεια του Βασιλιά θα έβρισκαν γυναίκα κατάλληλη για τον ωραίο Λευκοπόντικα.
Ετσι, τρεις γέροντες προξενητές, θείοι του ποντικού, ξεκίνησαν για το παλάτι του Βασιλιά, να του ζητήσουν νύφη για το παλικάρι τους. Εφτασαν στην πύλη του παλατιού καταφοβισμένοι. Τρέμοντας πέρασαν στην αίθουσα του θρόνου και γονάτισαν με σεβασμό μπροστά στον Βασιλιά.


«Μεγαλειότατε», είπαν, «μας έστειλε να μεσιτέψουμε στη μεγαλοσύνη σου η οικογένεια του όμορφου ποντικού, που σίγουρα τον έχεις ακουστά. Είναι λευκός σαν χιόνι, το πιο ωραίο πλάσμα της φύσης. Ψάχνουμε για γυναίκα αντάξιά του, αλλά μονάχα στη δική σου τη γενιά θα βρούμε κατάλληλη νύφη, αφού εσύ είσαι ο πιο δυνατός και ο πιο σπουδαίος άνθρωπος στον κόσμο».
Ο Βασιλιάς τούς κοίταξε καλά καλά, χαμογέλασε και απάντησε: «Στον γιο σας πράγματι αξίζει γυναίκα απ' την καλύτερη γενιά. Δεν θα τη βρείτε όμως εδώ. Υπάρχει μια γενιά πιο δυνατή απ' τη δική μου. Είναι η γενιά του Ανέμου. Πηγαίνετε να τον βρείτε».
Οι γέροντες συμφώνησαν και ξεκίνησαν για το σπίτι του Ανέμου. Μπήκαν στην αυλή και περίμεναν.
«Ελάτε μέσα!» τους φώναξε απ' το μπαλκόνι του ο Ανεμος. «Τι ζητάτε;»
«Ψάχνουμε μια γυναίκα άξια να παντρευτεί τον πιο ωραίο ποντικό του κόσμου», είπαν οι γέροντες. «Πήγαμε πρώτα στον Βασιλιά, αλλά αυτός μας είπε ότι ο Ανεμος είναι δυνατότερός του. Κι έτσι ήρθαμε σε σένα, να σου ζητήσουμε νύφη από τη γενιά σου».
Ο Ανεμος τους άκουσε, σκέφτηκε και είπε: «Πολύ καλή η ιδέα σας και σας ευχαριστώ. Ομως δεν είμαι εγώ ο δυνατότερος. Οταν φυσάω με όλη μου τη δύναμη σηκώνω σκόνη και ξεριζώνω δέντρα, αλλά μπροστά στο Βουνό είμαι ανίσχυρος. Φυσάω και φυσάω, μα το Βουνό μένει ακίνητο. Βλέπετε, είναι δυνατότερο από μένα. Πηγαίνετε να το βρείτε».
Τι να κάνουν οι προξενητές, ξεκίνησαν για το σπίτι του Βουνού. Περπάτησαν μερόνυχτα, κι έφτασαν κουρασμένοι. Το Βουνό τους καλοδέχτηκε. «Τι σας έφερε στα μέρη μου;» τους ρώτησε. «Ψάχνουμε νύφη από καλή γενιά για τον πιο όμορφο ποντικό του κόσμου», απάντησαν, «και ο Ανεμος μας είπε πως εσύ, απ' όλα τα πλάσματα, είσαι το πιο σπουδαίο και το πιο δυνατό».
«Δυνατός είμαι», είπε το Βουνό, «αλλά όχι ο δυνατότερος. Υπάρχει κάποιος καλύτερος από μένα. Σκάβει τα θεμέλιά μου μέρα-νύχτα. Φτιάχνει λαγούμια στα πλευρά μου, και με κάνει να τρέμω. Η γενιά του είναι η πιο δυνατή».
«Α, μα στ' αλήθεια είναι δυνατό ένα τέτοιο πλάσμα!», φώναξαν οι προξενητές. «Πού μένει;»
Το Βουνό έδειξε μια τρύπα στη ρίζα του και οι γέροντες πήγαν προς τα εκεί. Ηταν το σπίτι του Γκριζοπόντικα. Χτύπησαν, μπήκαν, είπαν τι ζητάνε. «Βρήκατε την κατάλληλη γυναίκα για τον γιο σας!», φώναξε κατενθουσιασμένος ο γέρος Γκριζοπόντικας. «Τι χαρά να ενωθούν δύο μεγάλες οικογένειες!»
Κι έτσι ο όμορφος Λευκοπόντικας βρήκε γυναίκα αντάξιά του.


(Αιθιοπία, Αφρική)
Πηγή: http://ypeppas.blogspot.gr