Τσίκο Πετρίλο.
(Ιταλία)
Ήταν μια φορά ένα ανδρόγυνο από τη Ρώμη, που πάντρεψε τη μονάκριβη κόρη του κι έκανε ένα μεγάλο γλέντι για να το γιορτάσει. Στη μέση του γλεντιού, σώθηκε το κρασί.
«Τρέχα, κόρη μου, στο κελάρι να φέρεις κι άλλο», είπε ο πατέρας.
Η νιόπαντρη κατέβηκε στο κελάρι, έβαλε την μποτίλια κάτω από την κάνουλα και περίμενε να γεμίσει. Όσο περίμενε σκεφτόταν:

«Σήμερα παντρεύτηκα. Σε εννιά μήνες θα αποκτήσω γιο. Θα τον βαφτίσω Τσίκο Πετρίλο, θα τον ντύνω και θα τον στολίζω. Κι ύστερα θα γίνει μεγάλο και τρανό παλικάρι... Αν όμως πάθει κακό; Αν πεθάνει; Αχ, γιόκα μου, αχ παλικάρι μου!...»
κι άρχισε να κλαίει, όπως δεν είχε κλάψει ποτέ ως τότε.

Η κάνουλα έμεινε ανοιχτή και το κρασί κυλούσε και κυλούσε έξω απ' την μποτίλια. Οι καλεσμένοι περίμεναν, αλλά η νύφη πού να φανεί. Έτσι κατέβηκε και η μάνα της να δει τι τρέχει.

«Τι έχεις, κορούλα μου;», ρώτησε ανήσυχη βλέποντάς την πνιγμένη στα δάκρυα.
«Αχ, μανούλα μου, σκέφτηκα ότι σήμερα παντρεύτηκα και σε εννιά μήνες θα αποκτήσω γιο, θα τον βαφτίσω Τσίκο Πετρίλο, και θα τον αγαπώ και θα τον φροντίζω, αν όμως πάθει κανένα κακό τι θ' απογίνω;»
«Αχ, φτωχό μου εγγονάκι!», έκανε η μητέρα της νύφης βάζοντας κι αυτή τα κλάματα, ακόμη πιο δυνατά από την κόρη της, ενώ, στο μεταξύ, το κρασί είχε πλημμυρίσει το κελάρι.
Πάνω, οι καλεσμένοι είχαν σταματήσει το τραγούδι. Ο πατέρας της νύφης είχε αρχίσει να ανησυχεί.
«Πάω να δω μήπως πάθανε τίποτα», είπε και κατέβηκε στο κελάρι.
Βρήκε τις δύο γυναίκες αγκαλιασμένες, να χύνουν μαύρο δάκρυ.
«Αχ, αντρούλη μου, αν ήξερες, η κόρη μας θα γεννήσει ένα ωραίο αγοράκι και θα το βαφτίσει Τσίκο Πετρίλο και τι θα απογίνει αν πεθάνει;»
«Αχ τον καημένο, τον πολυαγαπημένο μας Τσίκο Πετρίλο!» Κι άρχισε κι εκείνος να θρηνεί, ενώ το κρασί τούς είχε φτάσει ως τον αστράγαλο.
Οι καλεσμένοι περίμεναν, περίμεναν, κανένας όμως δεν εμφανιζόταν. Τότε αποφάσισε να κατεβεί στο κελάρι κι ο γαμπρός.
«Καλά, τι πάθατε και κλαίτε σαν μωρά;», ρώτησε τα πεθερικά και τη γυναίκα του, καθώς τσαλαβουτούσε στο χυμένο κρασί.

«Κλαίμε τον γιόκα σου, τον Τσίκο Πετρίλο..»
Όταν ο γαμπρός κατάλαβε τι του έλεγαν, θύμωσε, θύμωσε πάρα πολύ.
«Μα πώς γίνεται να είστε τόσο ανόητοι, φεύγω αυτή τη στιγμή, κι εσύ, αγαπημένη μου, δεν θα με ξαναδείς, εκτός κι αν στα ταξίδια μου συναντήσω τρεις ανθρώπους πιο κουτούς από σένα και τους γονείς σου!»

Κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά και βρόντηξε με θόρυβο πίσω του την πόρτα, αφήνοντας σύξυλους νύφη, πεθερικά και καλεσμένους.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σ' ένα ποτάμι, όπου ένας άνθρωπος προσπαθούσε με μια τσουγκράνα να ξεφορτώσει μια βάρκα γεμάτη φουντούκια.
«Τι κάνεις εκεί, άνθρωπέ μου;», τον ρωτάει.
«Τόσες ώρες παλεύω και δεν έχω καταφέρει να πιάσω ούτε ένα».
«Μα φυσικά! Γιατί δεν δοκιμάζεις με το φτυάρι;»
«Το φτυάρι ε; Ούτε που μου πέρασε απ' το μυαλό!».
«Να ο ένας, αυτός είναι ακόμα πιο κουτός από τη γυναίκα μου και την οικογένειά της».
Συνέχισε τον δρόμο του, κι έφτασε στις όχθες μιας λίμνης. Εκεί, ένας αγρότης προσπαθούσε να ποτίσει τις αγελάδες του μ' ένα κουταλάκι.
«Τι στο καλό κάνεις εκεί;»
«Τρεις ώρες προσπαθώ να σβήσω τη δίψα τους και δεν τα καταφέρνω».
«Και γιατί δεν αφήνεις τα ζώα σου να βάλουν τη μουσούδα τους στο νερό;»
«Τι ωραία ιδέα! Ποτέ δεν θα μπορούσα να τη σκεφτώ!»
«Να κι ο δεύτερος!»
Λίγο πιο κάτω, βλέπει μια γυναίκα σκαρφαλωμένη σε μια μουριά, να κρατάει ένα ζευγάρι παντόφλες.
«Τι κάνεις εκεί πάνω, καλή μου γυναίκα;»
«Περιμένω τον άντρα μου, παιδί μου, πέθανε το πρωί και ο παπάς μού είπε ότι πήγε στον Παράδεισο. Έφερα τις παντόφλες του, να τις φορέσει τώρα που θα γυρίσει για το βραδινό».
«Να και η τρίτη!», σκέφτηκε ο γαμπρός.
Και ξαναγύρισε στο σπίτι του ευτυχισμένος, γιατί, όπως λένε, πάντα υπάρχουν και χειρότερα.
(Ιταλικό παραμύθι)
Πηγή: http://www.paramuthoi.blogspot.gr