Ο Άγιος και το κουπί.

Το σπίτι του Γιάννη είναι κοντά στο βουναλάκι του χωριού και κάθε πρωί που ξυπνά αντικρίζει από το παράθυρό του το άσπρο εκκλησάκι, που είναι χτισμένο στην κορυφή του, τον Προφήτη Ηλία. Πολλές φορές ο Γιάννης έχει ανέβει με τον παππού και έχει ανάψει το κεράκι του μπρος στην εικόνα του Αγίου. Ο Γιάννης όμως τώρα μεγάλωσε και θέλει όλα να τα μαθαίνει.
-Γιατί, γιαγιά, ο Άγιος βαστά στον ώμο του ένα κουπί; Τι το θέλει στην κορφή του βουνού το κουπί; Τόσο πολύ αγαπάει τη θάλασσα;
-Κάθε άλλο, του λέει η γιαγιά του. Άκου την ιστορία του για να τη μάθεις, Γιάννη μου! Ο Αη-Λιάς μπήκε από μικρός στα βάσανα της θάλασσας και γέρασε πάνω στο κύμα και μέσα στις φουρτούνες. Κακόπαθε τόσο σα ναύτης και κόντεψε τόσες φορές να πνιγεί, που βαρέθηκε πια τη θάλασσα και τα ταξίδια κι αποφάσισε, σα γέρασε, να πάει σ’ ένα μέρος που να μην ξέρουν οι άνθρωποι ούτε τι θα πει καράβι και θάλασσα. Πήρε λοιπόν το κουπί του στον ώμο και βγήκε στη στεριά. Περπάταγε, περπάταγε βδομάδες και μήνες, και όποιον συναντούσε του έδειχνε το κουπί και τον ρωτούσε: «Ξέρεις τι είναι αυτό;» «Κουπί» του λέγανε όλοι. Και ο Αη-Λιάς έπαιρνε πάλι το δρόμο και όλο ανέβαινε και πιο ψηλά ώσπου κάποτε έφτασε στην κορυφή ενός βουνού. Ρωτά τους ανθρώπους που βρήκε εκεί πάνω: «Τι ειν’ αυτό που κρατώ;» «Ξύλο», του λένε. Τότε κατάλαβε πως αυτοί δεν είχαν δει ποτέ τους μήτε θάλασσα μήτε κουπί και έμεινε μαζί τους. Γι’ αυτό όταν χτίζουν καμιά εκκλησία στις βουνοκορφές, τη χτίζουν πάντα στ’ όνομα του προφήτη Ηλία.


Από τα παραμύθια της Θείας Λένας
Πηγή: http://www.paramithakia.gr