Η ευγενική γενιά των σαλτιμπάγκων. 

(Γράφει η Ελένη Σαραντίτη)

Το παραμύθι, υποστηρίζουν σύγχρονοι παραμυθάδες και αφηγητές, είναι το αρχαιότερο είδος λόγου. Γεννήθηκε συγχρόνως με την ομιλία του ανθρώπου και σαφώς προ της γραφής. Το ψιθύρισε ίσως δειλά στην αρχή ο άνθρωπος, για να ερμηνευθεί και να ερμηνεύσει κι έπειτα για να παρηγορηθεί. Σαν όμως είδε ότι αυτά που είδε κι ένιωσε έπρεπε να τα εμπιστευθεί, να μην τα κρατά στο σκοτάδι της σιωπής και της αποξένωσης, του φόβου, άνοιξε τα χείλη, άνοιξε την καρδιά στον Άλλον. Μια λέξη, κι άλλη λέξη, κι άλλη δυνατότερη κι άλλη ωραιότερη, μπορεί κι άλλη πιο αταίριαστη ή άλλη πιο ασχημάτιστη, μα οι λέξεις -όπως ξέρουμε- φτερουγίζουν... Κάποτε είναι γοργότερες και από τον άνεμο.

«Τα λαϊκά παραμύθια είναι σοφά, γι' αυτό απευθύνονται σε σοφούς, δηλαδή στα παιδιά. Τα παιδιά είναι οι φυσικοί -όχι οι μόνοι- αποδέκτες των παραμυθιών», τονίζει η αφηγήτρια και παραμυθού Λίλη Λαμπρέλλη, η οποία μυήθηκε στην τέχνη του παραμυθιού αρχικώς από την ανθρωπολόγο Nicole Belmont κι έπειτα παρακολούθησε πολλούς παραμυθάδες. Στο Παρίσι θήτευσε κοντά στο μεγάλο δάσκαλο-αφηγητή Henri Cougaoud και πλέον ανήκει στην ομάδα του. «Χάρη σ' αυτόν», σημειώνει, «νιώθω ότι ανήκω στην ευγενική γενιά των σαλτιμπάγκων».
Οι «σαλτιμπάγκοι» αυτοί, οι παραμυθάδες στην προκειμένη περίπτωση, με τη ζωντανή, ενίοτε μαγική παρουσία τους, αναγεννιούνται τα τελευταία χρόνια σε ολόκληρο τον κόσμο, ιδιαιτέρως δε στην Ευρώπη, μεταφέροντας, με το δικό του ο καθένας τρόπο, τη σοφία των λαϊκών παραμυθιών του κόσμου.
Παραμύθια από την Κίνα, από τη Ρωσία και την Αφρική, παραμύθια από την Ελλάδα και την Κύπρο, παραμύθια των Ινδιάνων, περσικά παραμύθια, γαλλικά ή γερμανικά παραμύθια, παραμύθια της Πολυνησίας και της Αυστραλίας. Της Ιταλίας. Της Νέας Ζηλανδίας. Της Β. Αμερικής, της Ινδίας και του Περού...
Ο λόγος τους είναι ο λόγος του ανθρώπου και χρωματίζεται και διαδίδεται ξανά για την τέρψη, μα και για την ευόδωση των ονείρων του κοινού, ασφαλώς και για το στοχασμό και τη συγκίνησή του, σε σχολεία, σε δήμους, σε κατασκηνώσεις, σε πλατείες, σε θέατρα. Ακόμη και σε αποθήκες ανθεί. Σήμερα περισσότερο από χθες. Αύριο ίσως ακμαιότερο και ευφραντικότερο από άλλοτε.
Και ας θυμίσουμε ότι στην πατρίδα μας υπάρχουν και σήμερα, σε ορισμένα χωριά, λαϊκοί παραμυθάδες, στην Κάρπαθο λ.χ. ή στην Κρήτη. Σε ορισμένες περιοχές, μάλιστα, όχι και πολύ παλαιότερα, καλούνταν επαγγελματίες παραμυθάδες για να κρατούν τους εργάτες και τις εργάτριες σε εγρήγορση, στα νυχτέρια εργασίας. Μου χαρίστηκε η εκπληκτική εμπειρία να τους ακούσω αρκετές φορές.
Το λαϊκό παραμύθι θα το χαρακτήριζε κανείς ανερμήνευτα υπερτιμημένο, κάποιος που δεν θα γνώριζε τη δύναμή του: φαίνεται ταπεινό, εκφέρεται σεμνά και ήσυχα, δεν κουβαλά λέξεις λαμπερές, λόγια μαργαριταρένια και φράσεις περίτεχνες, φαίνεται αδέξιο καμιά φορά, κι άλλοτε άτεχνο, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μεγάλο έργο τέχνης.
«Καταπλήσσει το χρόνο και περιέχει το Ολο» έχουν πει για το παραμύθι. Και, οπωσδήποτε, αν το καλοσκεφθούμε, τίποτε και κανείς δεν αντιπαρατάχθηκε απέναντι στο χρόνο όσο, και όπως, τα παραμύθια. Κι αν δεν μας αρέσει η λέξη «αντιπαράθεση», μιας και το παραμύθι δείχνει ευάλωτο -ενώ δεν είναι-, ας πούμε ότι πορεύτηκε μαζί του ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο, σε μια καταπληκτική και περιπετειώδη οδοιπορία.
Το παραμύθι γεννήθηκε σε καιρούς απόλυτης προφορικότητας κι έφτασε ως εμάς με το πιο ευαίσθητο μα και παντοδύναμο μέσο: την ανθρώπινη φωνή! Συγκίνησε και ψυχαγώγησε, παρηγόρησε και ενημέρωσε (για τα της ζωής) όλους τους λαούς της γης. Κι ακόμη, όπως διαπιστώνουμε, επιμένει ανυποχώρητο. Μοιάζει με βάρκα, με μονόξυλο, με υπερωκεάνιο. Ταξιδεύει σε θάλασσες ονείρων και στοχασμών. Πλέει ελεύθερο. Το τιμόνι κρατά αυτός που ακούει, αυτός ευφραίνεται, μαθαίνει, παθαίνει, στενάζει, γελά, λαχταρά, ονειρεύεται.
Κάποτε και πετά... 

Πηγή: http://www.enet.gr