Το ριζικόν.

(Κύπρος)

Μια βολάν τζ’ έναν τζαιρόν, σε κάτι γρόνους προτινούς, ήτουν ένα παλικάριν όμορφο σαν τον νήλιον τζαι ακόμα παραπάνω. Τα μάθκια του ήτουν τόσον πράσινα που άμαν εδικλούσαν πάνω σου εζαλίζεσουν τζαι τα μαλλιά του ήτουν τζίτρινα σγοιαν τα στάσσια του καλοτζαιρκού. Εν είσιεν άλλον να τον παραφκεί στην ομορκιά τζαι την καλοσύνην. Γιατί ήτουν τζαι η ομορκιά της ψυσσιής τζαι της καρκιάς του πολλά μιάλη. Πιο μιαλή τζαι που την ομορκιάν της όψης του.

Η μάνα του έναν είσιεν τζαι έγλεπέν το τζαι έσιεπέν τον σαν τα μάθκια της τα θκυο. Έτρεμεν η ψυσσιή της να μεν πάθει τίποτε. Έπεφτεν να τζοιμηθεί τζ’ επαρακάλαν ως το ξημέρωμαν την Παναϊαν, που ήτουν τζαι τζείνη μάνα, να της κόφκει μέρες τζαι να του διά γρόνια.
Μα τζαι το παλικάριν άλλον που τη μάναν του εν είσσιε. Τον τζύρην του έχασέν το λίον τζαιρόν μετά που εγεννήθην τζαι ούλην του τη ζωήν επέρασεν την δίπλα της. Τζείνην αγάπαν τζαι ήτουν η ζωή του έτσι όπως την έθελεν.
Μα μιαν καλήν ημέραν η καρκιά του εφάτσιησεν. Εφάτσιησεν με έναν τρόπον που εν είσιεν ξαναφατσίησει ποττέ ξανά. Εν έξερεν να το εξηγήσει τζαι ούτε έθελεν να το ξομολοηθεί της μάνας του. Αντρέπετουν. Μα τζείνη εκατάλαβεν το πώς κάτι εν επήαινεν καλά τζ’ ας μεν ελάλεν τίποτε.
Ώσπου η κατάσταση εν επήαινεν άλλον. Το παλικάριν με έτρωεν με έπινεν. Επήαινε στα χωράφκια, εδούλευκεν που την ανατολήν ως το βούττημαν του νήλιου τζι ύστερις έρκετουν έσσω τζαι έππεφτε πας την καρκόλαν τζαι άρκεφκεν να ποφυσά ως το ξημέρωμαν. Τα μάθκια του ήτουν γεμάτα, σγοιαν τις θάλασσες λίην ώρα πριχού ξεσπάσει τραμου-
ντάνα. Εν άντεχεν άλλον η μάνα του να τον θωρεί έτσι σκέδιον τζαι έκατσέν τον κάτω να συντήχουν.
«Ίνταμ’ που ‘σσιεις λεβέντη μου; Ίνταμ’ που βασανίζει την καρκιά σου; Πε μου τζαι εν να ποσπαστώ που το μαράζι μου, ώσπου σε θωρώ έτσι.»
Μόλις άκουσεν τα λόγια της μάνας του τζαι είεν την αγάπην μες τα μάθκια της, εν άντεξεν άλλο. Έππεσεν στην αγκάλην της τζαι ελούθηκεν τα κλάματα. Εκράτεν την τζαι έκλαιε ώραν πολλήν, ώσπου τζ’ εξεθύμανεν η ψυσσιή του. Ύστερα εσφούτζισεν τα μάθκια του τζαι εδίκλισεν πάνω της.
«Αγαπώ μιαν κορασιάν, μανά. Εία την έναν πωρνό που επήαινα στα χωράφκια τζαι που τζείν’ την ώρα εν ιμπορώ να δώκω παμόν. Κλωθογυρίζειν ούλην την ώρα μες την κελέ μου τζαι με που τζοιμούμαι ξιάνω την με που ξυπνώ.»
Η μάνα εταράχτην άμαν το άκουσε. Κάτι μέσα της ελάλεν της πως εν ήτουν για καλόν τούτη η κουβέντα, μα εν έθελε να πει τίποτε. Έκαμεν την καρκιάν της πέτρα τζαι εγύρισεν τζαι λαλεί του:
«Άνου πάνω, γιόκκα μου να πάμεν να τη ζητήσουμεν. Θαρκούμαι ήρτεν η ώρα σου να αρμαστείς».
Με το που άκουσεν το παλικάριν τα λόγια της μάνας του, εφωτιστήκαν τα μάθκια του σαν να τζαι ανέτειλεν μέσα τους ο νήλιος. Μα τα μάθκια της μάνας είχαν ένα νοσσιόν, σαν το νέφος το βαρύ που φκάλει νερά τζαι πουμπουρκές. Έθκιωξέ το όμως τζαι εν τον άφηκεν να το δει. Έβαλεν τα καλά της, εκάμεν το σταυρό της τζαι έπιαν’ τον που το σιέριν να παν να τη ζητήσουν.
Η κορασιά ήτουν αντζελοκάμωτη, τόσον όμορφη που αντρέπεσουν να τη θωρείς. Ήτουν ολόασπρη σαν το γάλα τζαι είσσεν έναν μαλλίν μακρύ τζαι μαύρον σαν την πίσσαν. Προκομμένη τζαι λιομίλητη, ούλον αρετές τζαι χάρες. Εμιλήσαν τα, εκανονίσαν τα τζαι είπαν σε μια εφτομάν να τους αρμάσουν.
Το παλικάριν εφτεροπέταν. Ελάλεν τ’ όνομά της τζαι άννοιεν η καρκιά του φύλλα φύλλα. Έτσι μιάλην χαράν εν εξανάνωσε ποττέ. Η μά-να όμως εφοάτουν τζ’ εν εμπορούσεν να χαρεί μιτά του. Ήτουν σαν να τζαι κάποιος επάταν πας το στήθος της τζαι ετσίλαν την καρκιάν της. Θκυο μέρες πριχού γινεί ο γάμος, έπιαν τη στράταν τζ’ έφκηκεν πας το βουνόν.
Τζει πάνω ήτουν το σπιτούι μιας κοτζάκαρης που ούλοι ελαλούσαν πως εν μάισσα. Η φτωσσιή εν επείραζεν κανέναν, μα εφοούνταν την ούλοι γιατί εν ήτουν σαν τους άλλους. Με τους αδρώπους εν είσιεν πολλά πολλά. Ελαλούσαν πως εμίλαν με τα στοισσειά τζαι πως έξερεν τα μελλούμενα. Έβαλεν το λοιπόν η μάνα όσην δύναμην είχαν τα πόθκια της τζαι έφκηκεν πας το βουνό. Ήβρεν την κοτζάκαρη τζαι ερώτησέν την να της πει αν τούτη η ένωση εν να ‘ταν εβλοημένη ή όι.
Της κοτζάκαρης εσκοτείνιασεν το δειν της με το που άκουσεν ί-νταμ’ που την ερώταν η μάνα. Εγύρισεν που την άλλη τζ’ εν άννοιε το στόμα της να συντίσσιει. Η μάνα έππεσεν στα πόθκια της τζαι επαρακάλαν την να της πει ίνταμ’ που εθώρεν. Επαρακάλεν την τζαι ελούνετουν τα κλάματα. Άμαν εκατάλαβεν η κοτζιάκαρη πως η γεναίκα εν θα έφευκεν που τζαμέ αν δεν της εδίαν μιαν απόκρισην, εδίκλισεν τζαι είεν τη μες τα μάθκια τζ’ είπεν της:
«Το γιο σου, κόρη μου θα τον δακκάσει κουφή την πρώτη νύχτα του γάμου του. Τζ’ ύστερις θα ξεψυσσιήσει.»
Με το που άκουσεν τα λόγια της κοτζάκαρης η μάνα, ήταν σαν να τζ’ έμπηξεν της κάποιος έναν μασσιέριν τζ΄έκαμεν της την καρκιάν κομμάθκια. Εζαλίστην, έχασεν το χρώμα της τζαι επιάστην πας το τραπέζιν για να μεν πουκουππιστεί. Ύστερις με όσην δύναμην έφκαινεν που μέσα της, εγύρισεν τζαι λαλεί της:
«Έτσι πράμαν εν θα γενεί! Ακούεις; Κανένας εν θα πειράξει το γιο μου, όσο ζιω τζαι αναπνέω!»
Εστράφην εις την πόρταν τζαι εκίνησεν να φύει, μα η φωνή της κοτζάκαρης ετρύπησεν τα σωθικά της:
«Κανένας εν ξεφεύκει που το ριζικόν του, κόρη μου. Κανένας.»
Η μάνα εν έξερεν ίνταμ’ που να κάμει. Επήεν βουρητή να έβρει το γιο της. Είπεν του τα ούλα τζαι επαρακάλεσέν τον να ακυρώσουν το άρμασμαν. Μα τζείνος έφκαλλέν την πελλήν τζ’ εν εδέχετουν ν’ ακούσει έτσι πράμαν.
«Μανά, το άρμασμαν εν να γενεί τζ’ ας εν το τελευταίον πράμαν που εν να κάμω στη ζωή μου.»
Ήρτεν η μέρα του γάμου τζαι η μάνα ήτουν σαν την πεθαμένη. Είσιεν να φάει που τη μέραν που άκουσεν τα λόγια της κοτζάκαρης. Γλωμή τζαι τζίτρινη σαν το λεμόνιν που εν έτοιμον να ππέσει που το δεντρόν, εγύριζεν μες το χωρκό σαν το φάντασμα τζαι εν έβρισκεν παρηορκάν.
Εγίνην το άρμασμαν κανονικά τζαι ήτουν ούλοι ολόχαροι τζ΄ολόπετοι. Εσφίγκετουν τζ’ η μάνα να γελάσει μα εν εξόρτωνε. Στο τραπέζιν εφάαν, ετραουδήσαν τζαι εχορέψαν τζ΄ ύστερις εφατσίησαν τα ποτήρκα τους για να ευτζιηθούν του ζευκαρκού να ‘ν’ η ένωσή του εβλοημένη τζαι καρπερή. Μόνον η μάνα εκάθετουν βουβή τζ’ ολόασπρη σαν το πανίν.
Άμαν ερέξαν τα μεσάνυχτα, ήρτεν η ώρα που εφοάτουν. Ο κόσμος έφυεν τζαι το αντρόινον επήεν στην κάμαρήν του να ππέσει. Η μάνα, κρυφά-κρυφά σαν την αλούπαν, εβούρησεν τζ’ εχώστην πίσω που το αρμάριν τους τζ’ επαραφύλαεν. Κατά τες τέσσερις άκουσεν κάτι να κωλοσύρνεται χαμέ τζ’ εδίκλισεν να δει. Μια κουφή πασσιά τζαι μακριά, έφκαλλεν τη γλώσσα της τζ’ εκωλοσύρνετουν προς την καρκόλαν του ζευ-καρκού.
Δίχως να φοηθεί στιγμήν, με μια δύναμη που ούτε έξερεν ίνταλως έφκαινεν που μέσα της, έπιαεν την τσάππαν που έφερεν μιτά της τζαι εφάτσιησέν της μιαν που πάνω. Η κκελέ της εκόπην μονομιάς τζαι η κουφή έμεινε στον τόπον.
Ξαλαβρωμένη, άνοιξεν σιγά-σιγά την πόρταν της κάμαρης τζαι έφυεν. Τωρά εμπορούσεν να τζοιμηθεί με την ησυχία της. Το γιο της εγλύτωσέν τον τζαι τα λόγια της κοτζάκαρης εν θα εφκαίναν αληθινά.
Λίην ώραν ύστερις, το παλικάριν εξύπνησεν τζ’ εκατάλαβεν πως εδίψαν. Εσηκώστηκεν να πάει στην κουζίνα να βάλει λίον νερόν να πιεί. Μόλις εστάθην τζαι εφόρησεν τις παντόφλες του, έδωκεν κάτω τζ΄έμεινεν μονοτάξαρος.
Εσηκώστην η γεναίκα του τζαι άρκεψεν να παουρίζει. Ανάυρεν ούλον το σπίτιν. Ήρταν ούλοι βουρητοί να δουν ινταμ΄ πού εγίνην. Με το που κοντεύκουν, ίντα να δουν; Μες τη μιαν του την παντόφλαν, ετρύπωσεν η κκελέ της κουφής τζαι έκαμέν του μια ακκαμαθκιάν που τον άφηκεν στον τόπον. Ήρτεν τζ’ η μάνα σαν τη πελλή τζ΄έπιαεν στην αγκάλην της το μονάκριβό της τζαι άρκεψεν να μοιρολοά. Ό,τι τζαι να έκαμεν, τα λόγια της κοτζάκαρης εφκήκαν τελικά αληθινά.
Κανένας εν ιμπόρει να ξεφύει που το ριζικόν του. Κανένας…


Η απόδοση του παραμυθιού στην κοινή δημοτική
 

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, ζούσε ένα παλικάρι όμορφο σαν τον ήλιο και ακόμα παραπάνω. Τα μάτια του ήταν τόσο πράσινα που όταν τα κοίταζες ζαλιζόσουν και τα μαλλιά του ήταν ξανθά σαν τα στάχυα του καλοκαιριού. Δεν υπήρχε άλλος κανείς να τον ξεπεράσει σε ομορφιά και καλοσύνη. Γιατί ήταν και η ομορφιά της ψυχής και της καρδιάς του πολύ μεγάλη. Πιο μεγάλη και απ’ την ομορφιά της όψης του.
Ήταν μοναχοπαίδι και η μάνα του τον πρόσεχε σαν τα μάτια της. Έτρεμε η ψυχή της να μην πάθει τίποτα. Τα βράδια που ξάπλωνε να κοιμηθεί, παρακαλούσε μέχρι το ξημέρωμα την Παναγία, που ήταν κι η ίδια μάνα, να της κόβει μέρες και να του δίνει χρόνια.
Μα και το παλικάρι δεν είχε άλλο δικό του άνθρωπο εκτός από εκείνη. Τον πατέρα του τον είχε χάσει λίγο καιρό μετά που γεννήθηκε και όλη του τη ζωή την πέρασε δίπλα στη μάνα του. Ήταν ευτυχισμένος και δεν ήθελε κάτι άλλο απ’ τη ζωή του.
Μια μέρα όμως η καρδιά του χτύπησε μ’ έναν τρόπο διαφορετικό. Μ’ έναν τρόπο που δεν είχε χτυπήσει ποτέ ξανά. Δεν ήξερε ούτε κι ο ίδιος να εξηγήσει τι ήταν αυτό που του συνέβαινε κι ούτε ήθελε να το εξομολογηθεί στη μάνα του. Ντρεπόταν. Η μάνα του όμως είχε καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά κι ας μην έλεγε τίποτα.
Μέχρι που η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο. Το παλικάρι ούτε έτρωγε ούτε έπινε. Πήγαινε στα χωράφια, εργαζόταν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου κι ύστερα επέστρεφε στο σπίτι, ξάπλωνε πάνω στο κρεβάτι και άρχιζε να αναστενάζει. Τα μάτια του ήταν υγρά κι έμοιαζαν με θάλασσες πριν από την καταιγίδα. Δεν άντεχε η μάνα του να τον βλέπει άλλο σε αυτά τα χάλια και μια μέρα προσπάθησε να ανοίξει μαζί του συζήτηση για να ξεκαθαρίσει το θέμα.
«Τι έχεις, λεβέντη μου; Τι σε βασανίζει; Πες μου και δεν αντέχω να σε βλέπω άλλο έτσι, ματώνει η καρδιά μου.»
Μόλις άκουσε το παλικάρι τα λόγια της μάνας του και είδε την αγάπη μέσα στα μάτια της, δεν άντεξε άλλο. Έπεσε στην αγκαλιά της και ξέσπασε σε κλάματα για ώρα πολλή, μέχρι που ξεθύμανε. Ύστερα σκούπισε τα δάκρυα του και γύρισε και της είπε:
«Αγαπάω μια κοπέλα, μάνα. Την είδα ένα πρωί που πήγαινα στα χωράφια κι από την ώρα εκείνη δεν μπορώ να ησυχάσω. Γυρίζει όλη την ώρα μέσα στο μυαλό μου και δεν μπορώ να την ξεχάσω ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνιο μου.»
Η μάνα ταράχτηκε με το που άκουσε τα λόγια του. Το ένστικτό της της έλεγε πως αυτή η κουβέντα δεν ήταν για καλό, μα δεν ήθελε να πει τίποτα. Έκανε την καρδιά της πέτρα και γύρισε και του είπε:
«Σήκω, γιε μου να πάμε να ζητήσουμε το χέρι της. Νομίζω ήρθε η ώρα σου να παντρευτείς».
Μόλις άκουσε το παλικάρι τα λόγια της μάνας του, φωτίστηκαν τα μάτια του λες και ανέτειλε μέσα τους ο ήλιος. Μα τα μάτια της μάνας είχαν μια σκιά που έμοιαζε με μαύρο σύννεφο γεμάτο βροχή. Το έδιωξε όμως και δεν άφησε το γιο της να το δει. Φόρεσε τα καλά της, έκανε το σταυρό της και τον πήρε απ’ το χέρι να πάνε να ζητήσουν την κοπέλα.
Η κοπέλα έμοιαζε με άγγελο. Ήταν τόσο όμορφη που ντρεπόσουν να τη βλέπεις. Η επιδερμίδα της ήταν λευκή και πορσελάνινη και τα μαλλιά της μακριά και μαύρα σαν τον έβενο. Ήταν γενναιόδωρα προικισμένη με σπάνιες χάρες και αρετές. Συζήτησαν και κανόνισαν σε μια εβδομάδα να τους παντρέψουν.
Το παλικάρι ένιωθε πως πετούσε. Έλεγε το όνομά της και αγαλλίαζε η ψυχή του. Τόσο μεγάλη χαρά δεν είχε ξανανιώσει ποτέ. Η μάνα του όμως δεν μπορούσε να συμμεριστεί τη χαρά του. Φοβόταν. Ένιωθε ένα βάρος στο στήθος, λες και κάποιος της πατούσε την καρδιά. Δυο μέρες πριν γίνει ο γάμος, ανηφόρησε για το βουνό.
Πάνω στο βουνό ήταν το σπιτάκι μιας γριάς που έλεγαν όλοι πως ήταν μάγισσα. Η καημένη δεν πείραζε κανένα, μα όλοι τη φοβόντουσαν γιατί ήταν διαφορετική. Δεν είχε πάρε-δώσε με κανέναν και έλεγαν πως μπορούσε να μιλά με τα στοιχειά και να διαβάζει το μέλλον. Μάζεψε η μάνα όση δύναμη είχαν τα πόδια της και ανέβηκε στο βουνό. Βρήκε τη γριά και τη ρώτησε να της πει αν η ένωση του γιου της με αυτή την κοπέλα θα ήταν ευλογημένη ή όχι.
Της γριάς σκοτείνιασε το βλέμμα της, μόλις άκουσε την ερώτηση. Γύρισε το κεφάλι της απ’ την άλλη μεριά και δεν άνοιγε το στόμα της να απαντήσει. Η μάνα γονάτισε και την παρακαλούσε να της πει τι είχε δει. Παρακαλούσε και έκλαιγε γοερά. Όταν η γριά κατάλαβε πως η γυναίκα δε θα έφευγε χωρίς απάντηση, την κοίταξε μέσα στα μάτια και της είπε:
«Το γιο σου, κόρη μου θα τον δαγκώσει ένα φίδι την πρώτη νύχτα του γάμου του κι ύστερα θα ξεψυχήσει.»
Μόλις η μάνα άκουσε τα λόγια της γριάς, νόμισε πως κάποιος της μαχαίρωσε την καρδιά και την έκανε κομμάτια. Ζαλίστηκε, έχασε το χρώμα της και στηρίχτηκε πάνω στο τραπέζι για να μη σωριαστεί στο πάτωμα. Ύστερα με όση δύναμη είχε μέσα της φώναξε:
«Αυτό το πράγμα δε θα γίνει ποτέ! Ακούς; Όσο ζω και αναπνέω, κανένας δε θα πειράξει το γιο μου!»
Την ώρα που άνοιγε την πόρτα να φύγει, η φωνή της γριάς ακούστηκε πάλι και τρύπησε τα σωθικά της.
«Κανένας δεν ξεφεύγει από το πεπρωμένο του, κόρη μου. Κανένας.»
Η μάνα δεν ήξερε τι να κάνει. Έτρεξε αλαφιασμένη να βρει το γιο της. Του είπε τι είχε συμβεί και τον παρακάλεσε να ακυρώσουν το γάμο. Αυτός όμως την έβγαζε τρελή και δεν δεχόταν να ακούσει τέτοιο πράγμα.
«Μάνα, ο γάμος θα γίνει κι ας είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνω στη ζωή μου.»
Όταν ήρθε η μέρα του γάμου η μάνα έμοιαζε με πεθαμένη. Είχε να φάει από τη μέρα που άκουσε τα λόγια της γριάς. Ήταν κατάχλωμη σαν μεστό λεμόνι και γύριζε μέσα στο χωριό όμοια με φάντασμα, δίχως να μπορεί να ηρεμήσει.
Ο γάμος έγινε κανονικά και ήταν όλοι πολύ ευτυχισμένοι. Η μάνα σφιγγόταν να γελάσει, μα δεν τα κατάφερνε. Ακολούθησε το γλέντι, φάγανε, τραγούδησαν και χόρεψαν κι ύστερα τσούγκρισαν τα ποτήρια τους για να ευχηθούν στο ζευγάρι να είναι η ένωσή του ευλογημένη και καρποφόρα. Μόνο εκείνη καθόταν χωρίς να συμμετέχει, αμίλητη και κάτασπρη σαν το πανί.
Πέρασαν τα μεσάνυχτα και ήρθε η ώρα που φοβότανε. Ο κόσμος αποχώρησε και το ζευγάρι πήγε στο δωμάτιό του να ξαπλώσει. Η μάνα έτρεξε και κρύφτηκε κρυφά-κρυφά πίσω από το ερμάρι στο δωμάτιο τους και παραφύλαγε. Γύρω στις τέσσερις άκουσε κάτι να σέρνεται στο πάτωμα και γύρισε το βλέμμα της να δει. Ένα φίδι τεράστιο, χοντρό και μακρύ, έβγαζε τη γλώσσα του και σερνόταν προς το κρεβάτι του ζευγαριού.
Χωρίς να φοβηθεί στιγμή, με μια δύναμη που ούτε η ίδια ήξερε πως είχε μέσα της, πήρε την τσάπα που είχε φέρει μαζί της και το χτύπησε με δύναμη. Το κεφάλι του κόπηκε στη στιγμή και το φίδι έμεινε στον τόπο.
Ανακουφισμένη, άνοιξε σιγά-σιγά την πόρτα του δωματίου και έφυγε. Τώρα μπορούσε να κοιμηθεί με την ησυχία της. Το γιο της τον είχε γλυτώσει και τα λόγια της γριάς δε θα επαληθεύονταν.
Λίγη ώρα αργότερα το παλικάρι ξύπνησε και κατάλαβε πως διψούσε. Σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα να βάλει λίγο νερό να πιει. Με το που στάθηκε όρθιος και φόρεσε τις παντόφλες του έπεσε στο έδαφος και έμεινε στον τόπο.
Σηκώθηκε η γυναίκα του και άρχισε να ουρλιάζει. Σήκωσε όλο το σπίτι στο πόδι. Έτρεξαν όλοι πανικόβλητοι στο δωμάτιο του ζευγαριού και τι να δουν; Το κεφάλι του φιδιού είχε τρυπώσει στη μια παντόφλα του παλικαριού, δίνοντάς του ένα θανατηφόρο δάγκωμα στο πόδι. Ήρθε η μάνα σαν την τρελή και πήρε το μοναχογιό της αγκαλιά και άρχισε να μοιρολογεί. Όσο και να το πάλεψε, τα λόγια της γριάς είχαν βγει τελικά αληθινά.
Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του. Κανένας….


(Κύπρος) Άντρη Αντωνίου
Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr