H προγονή κ' η κόρη της μητριάς.

(Καστανιές Θράκης. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το καλό και το κακό κορίτσι")

Ένα καιρό κ' ένα ζαμάνι ήτανε ένας χηριός κ' είχε ένα κορτσάκ'· ξαναπαντρεύθηκε κ' η μητριά τ' το τυραννούσε, όλη μέρα το 'δέρνε. Όσο το καταφρονούσε τόσο όμορφο γίνουνταν, μια μέρα το 'στείλε να την φέρ' αθάνατο νερό για να το φάνε οι δράκ'.
Στο δρόμο που πάγαινε βρίσκ ένα γέρο, το λέγ' ο γέρος.' "Που πας, καλό κορίτσ';" "Τι να κάνω παππού, η μητριά μ' με δέρνει και μ' έστειλε να πα να τη φέρω αθάνατο νερό". "Αι, κόρη μ', θα καν'ς δύο ώρες δρόμο, θα βρεις ένα γιασεμί, ύστερα μια ελιά. κ' ύστεροι μια μηλιά, κ' ύστερα, μια βρύση χρυσή που τρέχει αθάνατο νερό. Όταν γυρίσεις με τ' αθάνατο νερό θα καν'ς ό,τι σε πει το γιασεμί, θα καν'ς ό,τι σε πει η ελιά, θα καν'ς ό,τι σε πει η μηλιά". "Ευχαριστώ, παππού", φίλ'σε το χέρι τ' και τράβηξε το δρόμο, πήγε στη χρυσή βρύσ' και πήρε το αθάνατο νερό.

Γυρνώντας το είπε το γιασεμί: "Κόρη μ', δε με χύν'ς λίγο νερό που διψάω;" Η κόρη το χ'σε νερό, κ' είπε το γιασεμί: "Όπως μοσχίζω γω, να μοσχίζεις και συ". "Κόρη μ'", λέγει η ελιά , "δε με ρίχν ς λίγο νερό που διψάω;" "Να σε ρίξω". Κ' είπε η ελιά: "'Οπως είναι η ελιά μαύρη, έτσι να είναι το μάτι σ' και το φρύδι σ', κι όσο όμορφη είσαι, άλλο τόσο όμορφη να γιν'ς". "Κόρη μ'", λέγ' η μηλιά, "δε με ρίχν'ς λίγο νερό που διψάω;" "Να σε ρίξω". Την έριξε και τη μηλιά, και την είπ' η μηλιά: "Κόρη μ', πως είναι το μήλο μ' κόκκινο, έτσ' να είναι τα μάγουλά σ' και πιο κόκκινα". Πήγε το κορίτσ' στη μητριά τ' αθάνατο νερό. Η μητριά είχε την ιδέα πως δε θα ματαγύριζε, κι όχι μόνε ήλθε, μα ήλθε εμορφότερο, το ματ' τ' και το φρύδι τ' μαύρο σαν ελιά, τα μάγουλα τ πιο κόκκινα απ το μήλο και σκόρπιζε τη μοσχιά του γιασεμιού, τώρα το κακομεταχειρίζουνταν ακόμα πιο πολύ.
Μια μέρα πέρασε από κει το βασιλόπουλο, είδε το κορίτσ', το άρεσε και το είπε: "Δεν έρχεσαι να σε πάγω στο παλάτ';" και το πήρε. 
Η μητριά έστειλε και το δικό τ'ς κορίτσ' να πα να φέρ' τ' αθάνατο νερό, να γίν' και κείνο όμορφο και να μοσχίζ'. Στο δρόμο που πήγαινε, το βλέπ' ο γέρος και το λέγ': "Πού πας, κόρη μ';" "Πάγω να πάρω τ' αθάνατο νερό". "Αϊ, κόρη μ ", λέγει ο γέρος, "θα καν'ς δύο ώρες δρόμο, και θα βρεις ένα γιασεμί, ύστερα μια ελιά, ύστερα μια μηλιά, κ' ύστερα μια βρύσ' χρυσή που τρέχ' αθάνατο νερό. Όταν γυρίσεις με τ' αθάνατο νερό θα καν'ς ό,τι σε πει το γιασεμί, θα καν'ς ό,τι σε πει η ελιά, θα καν'ς ό,τι σε πει η μηλιά". "Καλά", είπε το κορίτσ' και προχώρησε. Πήγε στη χρυσή τη βρύσ', πήρε το αθάνατο νερό. Γυρνώντας το είπε το γιασεμί; "Κόρη μ', δε με χύν'ς λίγο νερό που διψάω;" "Α, λέγ', για σένα γω το κουβαλάω;" Και κείνο το είπε! "Όσο άσχημη είσαι, άλλο τόσο άσχημη να γέν'ς". "Κόρη μ'", λέγει η ελιά, "δε με ρίχν'ς λίγο νερό που διψάω;" "Α, για σένα γω το κουβαλάω;" Και κείνη την είπε: "Όσο μαύρη είναι η ελιά, τόσο μαύρη να γέν'ς". "Κόρη μ'," λέγ' η μηλιά, "δε με ρίχν'ς λίγο νερό που διψάω;" "Α, λέγ', για σένα γω το κουβαλάω;" Και κείν' το είπε: "Όσο πράσινα είναι τα μήλα μ , πιο πράσινη να γεν ς". Το κορίτσ' πήγε στη μάνα τ', σαν το είδε πιο άσχημο απ ό,τι ήταν έσκασε από το κακό τ'ς.

(Θρακικά, Καστανιές Θράκης) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.