Της Κάτω γης ο αφέντης.

(Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Έρως και Ψυχή")

Μια φορά ήτανε ένας γέρος φτωχός, και εσηκώθηκε μια μέρα να πάει στα ξύλα. Επήγε, έκαμε κάμποσα και τα 'φέρνε στο χωριό. Στο δρόμο σαν να κουράστηκε κι έκατσε σ' ένα μέρος κι αναστέναξε ο καμένος από τα φύλλα της καρδιάς και είπε: "Ωχ, ωιμέ κι αλίμονο!" Καθώς είπε αυτό το λόγο, να σου και πετιέται ένας αράπης και του λέει: "Τι με θέλεις;" Ο καμένος ο γέρος ετρόμαξε και του λέει: "Τίποτις δε σε θέλω. Εγώ δε σε φώναξα". Τότες του λέει ο αράπης: "Έχεις θυγατέρες;" "Έχω τρεις", λέει ο γέρος. "Αύριο το πρωί να μου φέρεις την πρώτη εδώ να!"
Την άλλη μέρα το πρωί επήγε ο γέρος την πρώτη του θυγατέρα σ εκείνον τον τόπον, κι ανέβηκε ο αράπης και την επήρε και την επήγε σ ένα μέρος που τανε μεγάλα πλατάνια και περιβόλια παράμορφα. Μα το μεσημέρι, που ήτανε ώρα να φάνε, ο αράπης της έστρωσε τραπέζι και για φαΐ της βάνει ένα σάπιο και σκουληκιασμένο ανθρώπινο ποδάρι και της λέει πως "αν φας αυτό το ποδάρι, θα πάρεις άντρα της Κάτω γης τον αφέντη, ειδουμή θα σε γυρίσω στου αφέντη σου πίσω". Εκείνη η κακουμοίρα, μόνου που έβλεπε το ποδάρι, ανακατευόταν κι ως το ύστερο, σαν έφυγε ο αράπης, πιάνει και το ρίχνει μέσα στη χρεία. Ύστερα ήρθε ο αράπης για να σηκώσει το τραπέζι και φωνάζει: "Ποδαράκι μου, που είσαι;" "Μέσα στη χρεία μ' έριξε η κερά μου", απολογιέται εκείνο. Τότες ο αράπης της λέει: "Έλα, κόρη μου, να σε πάω στου αφέντη σου, μα εσύ δεν είσαι για μας". Την παίρνει και τη δίνει του αφέντη της πίσω και του λέει: "Φέρε μου τη δεύτερη". Την άλλη μέρα ο γέρος του πάει τη δεύτερη. Την παίρνει πάλι ο αράπης, την κατεβάζει και της στρώνει κι αυτηνής το τραπέζι. Μα, αντίς για φαΐ, της βάνει ένα χέρι ανθρωπινό να το φάει' για να μην τα πολυλογούμε, σαν το συλλογίστηκε κι αυτή κάμποση ώρα, το παίρνει και το πετά μέσα στη χρεία' έρχεται πάλι ο αράπης να σηκώσει το τραπέζι και φωνάζει του χεριού: "Χεράκι μου, χεράκι μου, που είσαι;" "Μες στη χρεία μ' έριξε η κερά μου", λέει εκείνο. Τότες τήνε παίρνει κι αυτήν ο αράπης και τήνε πάει του αφέντη τση και του λέει να του φέρει και την τρίτη του θυγατέρα. Ο γέρος την άλλη μέρα του 'φέρε και την τρίτη' τήνε παίρνει ο αράπης, τήνε καθίζει κι αυτή στο τραπέζι κι αντίς για φαΐ της δίνει μια βρωμισμέμη ανθρωπινή κοιλιά να φάει και της λέει: "Αν είσαι άξια να φας αυτήν την κοιλιά, θα πάρεις άντρα της Κάτω γης τον αφέντη, ειδεμή θα πας κι εσύ εκεί που πήγαν οι αδερφές σου". Αυτή όμως, ήτανε πολλά πονηρή και του λέει: "Μετά χαράς σου, Αράπη μου, φτάνει να μου φέρεις δυο-τρία γαρούφαλα και λίγη κανέλα να κουκκίσω την κοιλιά και τήνε τρώω". Έτσι ο αράπης της έφερε την κοιλιά και τα γαρούφαλα και την κανέλα. Αυτή έπιασε και τήνε κούκκισε και τήνε μπλάστρωσε απάνω στην κοιλιά της και την έδεσε με μια ζώνη. Σαν ήρθε ο αράπης να σηκώσει το τραπέζι, φώναξε: "Κοιλιά μου, κοιλιά μου, που είσαι;" "Στην κοιλιά της κεράς μου", αποκρίνεται, εκείνη. Τότες ο αράπης ευχαριστήθηκε και την είχε φως και μάτια' αυτή όμως η καμένη, ποτέ δεν έβλεπε τον άντρα της, γιατί το βράδυ, σαν ήθελε να αποφάει, της έδινε ο αράπης καφέ κι είχε ύπνο κι έτσι αποκοιμιότανε κα, σαν ερχότανε της Κάτω γης ο αφέντης να κοιμηθεί, αυτή δεν ένιωθε. Έτσι επέρνα ο καιρός. Μα μια μέρα, οι αδερφές της, σαν είδανε πως ο αράπης δεν την εγύρισε πίσω, εβάλανε στο νου τωνε να πάνε να δούνε τι κάνει εκειδά κάτω. Τα 'πάνε του γέρου κι εκείνος ήρθε σε κείνον τον τόπο κι εφώναξε." "Ωχ, ωιμέ κι αλίμονο!" και να σου πάλι ο αράπης. Τότες του λέει ο γέρος: "Τα παιδιά μου αποθύμησαν την αδερφή τους κι αν είναι βολετό, να τήνε δούνε".
Σαν την αυριανή, τις πήγε ο γέρος κι ο αράπης τις πήρε και τις έφερε στην αδερφή τωνε. Εκείνη τις εδέχτηκε με πολλή χαρά και, σαν εκάτσανε εκουβεντιάζανε το ένα με το άλλο" ύστερις η μια λέει της μικρότερης: "Καημένη αδερφή, εσύ θαρρείς πως έχεις άντρα τον Αράπη, μα εσύ έχεις ένα παράμορφο παλικαράλι, μα δεν τον είδες ποτέ σου, γιατί ο αράπης σου δίνει κάθε βράδυ ύπνο' μόνου απόψε, σαν σου δώσει τον καφέ, χύσε τόνε κρουφά και, σαν έρθει εκείνος να κοιμηθεί μαζί σου, έχει ένα κλειδί στο αφάλι του' γύρισε το εκείνο το κλειδί και τότε θα δεις τον κόσμον όλο". Αυτά της είπαν οι κακές αδερφές κι εφύγανε. Το βράδυ αυτή έχυσε τον καφέ κι ύστερις έκανε την αποκοιμισμένη· την επήρε ο αράπης και την έβαλε στο κρεβάτι της· σε κάμποση ώρα θωρεί που ήρθε στην κάμαρα κι έπεσε στο κρεβάτι της ένα πανώριο παλικάρι' σαν τάφηκε κι αποκοιμήθηκε, σαν καλή και φρόνιμη πιάνει και γυρίζει το κλειδί που είχε στο αφάλι του, και τότες τι να δει! Πόλη, Σμύρνη, και όλο το ντουνιά' εκειδά είδε και μια γριά, που ελεύκαινε το νήμα της σ' έναν ποταμό και της είχε πάρει μερικό το νερό χωρίς να το νιώσει η γριά. Τότες εξέχασε η καμένη που ήτανε και φωνάζει: "Γριά, γριά, το νήμα σου σου πήρε ο ποταμός". Καθώς ακούει μέσα στον ύπνο του αυτές τις φωνές, ο νιος ξυπνά και της λέει: "Σκύλα, γύρισε το κλειδί γιατί μ' έχασες". Τότες, φοβισμένη αυτή γυρίζει το κλειδί' μα το πρωί, της Κάτω γης ο αφέντης, λέει του αράπη του: "Πάρε την αυτή και κόψε δύο τρίχες από την κεφαλή της και βάλε τις σε μια λεκάνη και να τις βλέπεις μέρα και νύχτα' και σαν δεις πως βουλούνε, να μου το πεις' δώσε της λίγο ψωμί και βγάλ' τηνε". Ο αράπης, έτσι του 'πε ο αφέντης του, έτσι έκαμε' αυτή η κακομοίρα επήρε το ψωμάκι της κι έφυγε.
Επάενε, επάενε' εκειδά βρίσκει ένα βοσκό και του λέει: "Δε μου δίνεις, καλότυχε, τα ρούχα σου, να σου δώσω τα δικά μου; "Μετά χαράς σου", της λέει ο βοσκός' έτσι, εντύθηκε με τα ρούχα του βοσκού κι επάενε. Ύστερις από πολύ δρόμο, εμπήκε σε μια χώρα μεγάλη κι εφώναξε στους δρόμους: "Κι εγώ καλό κοπέλι, κι εγώ καλό κοπέλι!"
Τον ακούει ο βασιλιάς της χώρας, τον είδε καλοκαμωμένο και παστρικό και τον επήρε για δούλο' τον αρωτά πως τον λένε και είπε Γιάννη. Με τον καιρό για τις αμαρτίες του Γιάννη τον αγάπησε η βασίλισσα. Μια μέρα ο βασιλιάς επήγε στο κυνήγι κι επήρε και τον Γιάννη μαζί του' στο μισό δρόμο που παένανε είδε ο βασιλιάς πως εξέχασε το ρολόι, του και του λέει: «Καμένε Γιάννη, εξέχασα το ρολόι μου' τρέξε να μου το φέρεις, μα σιγά-σιγά σαν έμπεις στην κάμαρα, να μην ξυπνήσεις την κερά σου. Έτσι ο Γιάννης εγύρισε πίσω και μπαίνει σιγά-σιγά μέσα στην κάμαρα' μα η κερά του ήταν ξυπνητή κι ήταν ακόμα στο κρεβάτι. Τότες τόνε χυταργιάζει αυτή για τα κακά της θελήματα, ο Γιάννης αντιστεκόταν και στο πάλαιμα απάνω, τον εκαταγκρατσούνισε με τα νύχια της και του 'κάνε του καμένου ολόφωνη τη μούρη του από τα αίματα' ως το ύστερο ο Γιάννης την άμπωξε, άρπαξε το ρολόι του αφεντικού του κι έφυγε. Σαν τον επρόφτασε και τον είδε ο αφεντικός του ολόφωνο από το αίμα, του λέει! «Μωρέ Γιάννη, τι έπαθες;» Εκείνος λέει: «Επερνούσα, αφέντη μου, από μια μεριά που ήτανε πολλοί βάτοι, κι από τη βιάση μου, για να σε προφτάσω, εκαταμισερώθηκα». Έτσι εγυρίσανε πάλι το βράδυ στο παλάτι, μα η βασίλισσα ήτανε άγριο θηρίο καμωμένη για τον Γιάννη και λέει του βασιλέα: «Σήμερα, βασιλά μου, κοντά να 'ρθεις και να μη μ' ευρείς ζωντανή, γιατί έστειλες αυτόν το χαμένο να πάρει το ρολόι σου, κι αυτός ήρθε να με ντροπιάσει, που ήμουνα ακόμη στο κρεβάτι, κι εγώ η καμένη, σαν αδύνατη γυναίκα, πολεμούσα πια με τα νύχια μου, και του 'καμα τα μούτρα του έτσι που τα βλέπεις και τον έβγαλα». Να ακούσει έναν τέτοιο λόγο ο βασιλιάς αποφάσισε να συμμαζώξει όλους τους ρηγάδες της χώρας του και ομπροστά τωνε να κρεμάσει το Γιάννη.
Ήρθε η διορισμένη μέρα κι ήταν όλος ο κόσμος μαζωμένος από κάτω από το παλάτι που ήθελε να κρεμάσουνε τον Γιάννη. Μα τότες ο αράπης εφώναξε της Κάτω γης του αφέντη: «Αφεντικό, πρόφτασε και οι τρίχες αρχινίσανε να βουλούνε». Τότες τρέχει της Κάτω γης ο αφέντης και καβαλικεύει το άλογο του κι έτρεχε με τα τέσσερα κι από μακριά έκανε νοήματα να τον καρτερέψουνε. Η βασίλισσα που ήταν στη γαλαρία του παλατιού κι έβλεπε, εφώναξε να καρτερέψουνε λιγάκι γιατί έρχεται ένας πολλά σπουδαστικός. Εσταθήκανε ώσπου κι έφτασε κι αυτός' μα, καθώς ήρθε, αρωτά: «Γιατί κρεμνάτε αυτόν τον άνθρωπο;» Τότες η βασίλισσα, χωρίς ν' αφήκει άλλον ν' αποκριθεί, του λέει: «Αυτός, Ρήγα μου, ο χαμένος άνθρωπος, εγύρεψε να με ντροπιάσει». Τότες λέει της Κάτω γης ο αφέντης: «Κι αν αυτός ο άνθρωπος είναι γυναίκα, τότες τι να παθαίνεις εσύ, κερά μου;». «Τότες, ας με κρεμάσουνε εμένα», είπε η βασίλισσα. Της Κάτω γης ο αφέντης δεν έχασε καιρό, μόνου σχίζει τα ρούχα του Γιάννη στα στήθια κι ευτύς εφανήκανε τα βυζιά του γυναικίστικα. «Να», είπε, «αφεντάδες' αν θέτε, σχίζω και παρακάτω». «Όχι, φτάνει ως εδώ», είπε ο βασιλιάς' και τότες αφήκανε το Γιάννη να τόνε πάρει της Κάτω γης ο αφέντης για γυναίκα του πια και την κακή βασίλισσα την εκρεμάσανε.
Μηδ' εγώ ήμουνα κει, μηδέ του λόγου σας να το πιστέψετε.


(ΝΕΑ Ι 1870-1872, Αθήνα. Καταγράφηκε από Α. Μ. Ταταράκη) 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.